Sun, 04 December 2022

Είκοσι χρόνια πίσω γύρισε η αγορά εργασίας τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του μνημονίου

Συνέντευξη Σ.Ρομπόλη στο in.gr

Το μνημόνιο μας οδηγεί σε εργασιακό μεσαίωνα καταγγέλλει η ΓΣΕΕ. Ποια βασικά δικαιώματα έχασε και σε πόσο πιο δύσκολη και αδύναμη θέση βρίσκεται ο εργαζόμενος στον πρώτο χρόνο εφαρμογής του;

Η  αγορά εργασίας έχει επιστρέψει γύρω στο 1990, οπότε άρχισε να υιοθετείται σε όλη την Ευρώπη αυτή η πολιτική της απελευθέρωσης των αγορών και ιδιαίτερα της αγοράς εργασίας και σημειώθηκε μαζική εισαγωγή κάθε μορφής ευελιξίας στην εργασία.

Αναπτύχθηκαν, δηλαδή, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, οι οποίες μάλιστα πλέον δεν έχουν τον χαρακτήρα μιας συμπληρωματικής μορφής απασχόλησης, αλλά έχουν γίνει η κυρίαρχη μορφή στην αγορά εργασίας.

Σοβαρά πλήγματα αποτελούν ακόμη η διευκόλυνση των απολύσεων μέσω αύξησης του επιτρεπόμενου αριθμού και μείωσης ή κατάργησης της αποζημίωσης, η ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος προσφυγής στη διαιτησία του ΟΜΕΔ και βεβαίως η υποβάθμιση και απαξίωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, μέσω της οποίας, πέραν των άλλων, συρρικνώνεται το εισόδημα του εργαζομένου. Αυτή τη στιγμή σε πάρα πολλές επιχειρήσεις πιέζουν τους εργαζόμενους για την υπογραφή ατομικών συμβάσεων, ούτε καν επιχειρησιακών.

Πόσο επαχθέστεροι μπορεί να είναι οι όροι της ατομικής από την επιχειρησιακή σύμβαση;

Στην ατομική σύμβαση ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία διαπραγμάτευση. Αντίθετα στην επιχειρησιακή, εάν πρόκειται για μια επιχείρηση με πάνω από 20 άτομα προσωπικό και υπάρχει ένα σωματείο, μπορεί να υπάρξει μια διαπραγμάτευση και διεκδίκηση, κάτι, που θεωρητικά τουλάχιστον, μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερους όρους για τον εργαζόμενο.

Αντίθετα στην περίπτωση της ατομικής, ο εργοδότης καλεί τον κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά και διαπραγματεύεται μαζί του την αμοιβή, τους όρους εργασίας, τα ωράρια και τις αποζημιώσεις, συνήθως υπό τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης ή τους κλεισίματος της επιχείρησης.

Έχετε παραδείγματα προκλητικών όρων ατομικών συμβάσεων;

Η εμπειρία μας από τις ημερίδες που πραγματοποιούνται στα εργατικά κέντρα για αυτά τα θέματα είναι προτάσεις ατομικών συμβάσεων από επιχειρήσεις προς εργαζόμενους, με βάση τις οποίες μειώνονται και οι ημέρες ασφάλισης.

Οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα αρνούνται να υπογράψουν τέτοιες συμβάσεις, αλλά διεκδικούν και να μην «ανταλλαχθεί» η άρνηση αυτή με απολύσεις ή κλείσιμο της επιχείρησης.

Επί της ουσίας όμως ο εργαζόμενος είναι ανυπεράσπιστος..

Ναι, γιατί υπάρχει πάντα η δαμόκλειος σπάθη του κλεισίματος της επιχείρησης και οι απολύσεις. Εξάλλου ήδη αυτό αποτελεί το κυριότερο επιχείρημα των εργοδοτών: ότι αν δεν πάμε σε χαμηλότερα επίπεδα εισοδηματικών, εργασιακών ή ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η επιχείρηση δεν μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία της.

Τώρα βέβαια κατά πόσο και για ποιους ο ισχυρισμός αυτός αληθεύει και ποιοι χρησιμοποιούν ως άλλοθι την κρίση παραμένει ανεξιχνίαστο.

Τι ποσοστό επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων έχει υπογραφεί ή βρίσκεται στα σκαριά;

Δεν έχω σαφή εικόνα, αλλά το ποσοστό των επιχειρησιακών συμβάσεων είναι πολύ μικρό. Η εμπειρία που έχουμε από τα εργατικά κέντρα είναι ότι οι εργοδότες προωθούν περισσότερο τις ατομικές συμβάσεις.

Η τρόικα είχε πει ότι εάν δεν υπογραφεί ικανοποιητικός αριθμός επιχειρησιακών συμβάσεων θα ζητούσε αλλαγές στο νόμο, ώστε να γίνει ακόμη πιο «φιλικός» για τις επιχειρήσεις.

Νομίζω ότι εάν η τρόικα πληροφορηθεί ότι η επιχειρηματική πρακτική τούς έχει ξεπεράσει και οι εργοδότες πιέζουν για την υπογραφή ατομικών συμβάσεων, με δεδομένο το πνεύμα στο οποίο λειτουργούν, δηλαδή της απελευθέρωσης των αγορών και του ασιατικού προτύπου εργασιακών σχέσεων, θα μείνουν ικανοποιημένοι και δεν θα κάνουν τίποτα.

Μιλάμε λοιπόν για το τέλος της πλήρους, σωστά αμειβόμενης και με δικαιώματα εργασίας; Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ραγδαία αύξηση περίπου 200% των συμβάσεων ευέλικτων μορφών εργασίας.

Δυστυχώς ναι. Τα στοιχεία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) δείχνουν ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουμε αύξηση κατά 26% των συμβάσεων εκ περιτροπής εργασίας και γενικότερα των ελαστικών μορφών απασχόλησης.

Φαίνεται ότι η ευέλικτη απασχόληση, ενώ στις προηγούμενες δεκαετίες ήταν συμπληρωματική μορφή, αποκτά πλέον κυρίαρχο  χαρακτήρα στην αγορά εργασίας.

Βέβαια, οι οπαδοί αυτής της ευελιξίας ισχυρίστηκαν ότι έτσι δημιουργούμε τις κατάλληλες συνθήκες για βελτίωση των ποσοστών ανεργίας. Δηλαδή, σπάζοντας μια σταθερή απασχόληση 8 ωρών σε 2-3 επιμέρους θέσεις εργασίας. Όμως, αυτό έχει αποδειχτεί και στην πράξη ότι δεν συμβαίνει.

Αντίθετα, η ανεργία αυξάνεται και σύμφωνα με την τελευταία έρευνα εργατικού δυναμικού της Στατιστικής Αρχής φαίνεται πως έχουν αυξηθεί και εκείνοι που συγκαταλέγονται στους φτωχούς, παρότι εργάζονται. Αποτελούν το 14%. Έχουμε δηλαδή εργαζόμενους φτωχούς, διότι εργάζονται 4ωρα, 3ωρα, προσωρινά, εποχικά κ.λπ.

Στο άμεσο μέλλον δηλαδή θα πρέπει ο καθένας να έχει 10 δουλείες για να εξασφαλίσει ένα βασικό μισθό;

Από εισοδηματική άποψη και από άποψη συνθηκών επιβίωσης νομίζω ότι θα γίνει αυτό που λέτε. Και νομίζω ότι δυστυχώς η Ευρώπη υιοθετεί όλο και περισσότερο ένα ασιατικό μοντέλο για την οικονομια και την αγορά εργασίας, την εφαρμογή του οποίου, στο βαθμό βέβαια που μπορεί, αρχίζει από την περιφέρειά της, είτε τη μεσογειακή είτε την ανατολικοευρωπαϊκή. Γιατί στο κέντρο της Ευρώπης ακόμα δεν έχουμε τέτοια φαινόμενα.

Κι όλα αυτά «θυσία» στο βωμό της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας;

Ναι, αλλά η πράξη δείχνει και η έρευνα επιβεβαιώνει ότι δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι βελτίωσης του επιπέδου ανταγωνιστικότητας με μείωση των μισθών και απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ούτε πρόκειται να επιτευχθούν.

Γιατί το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας σήμερα δεν είναι το κόστος εργασίας. Το πρόβλημά της είναι η τεχνολογική και παραγωγική της καθυστέρηση. Η ανταγωνιστικότητα θα αυξηθεί μόνο εάν συνδεθεί με την τεχνολογία, την καινοτομία και την ποιότητα και όχι με τη μείωση του κόστους εργασίας.

Στο Ινστιτούτο ολοκληρώσαμε πρόσφατα τη μελέτη «Κόστος εργασίας, περιθώρια κέρδους και ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα 1995-2009», στην οποία αναδεικνύεται με τον πιο τεκμηριωμένο τρόπο, πόσο εσφαλμένος είναι ο ισχυρισμός ότι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων επιδεινώνεται εξαιτίας των μισθολογικών αυξήσεων.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία το κόστος εργασίας από το 1995 έως το 2008 αυξήθηκε 12,5%, ο πληθωρισμός αυξήθηκε 30%, η κερδοφορία 40% και η παραγωγικότητα της εργασίας 20%. Αυτό σημαίνει ότι ενώ οι εργαζόμενοι παρήγαγαν περισσότερο, πήραν λιγότερα, λόγω της μεγάλης αύξησης της κερδοφορίας και της αύξησης του πληθωρισμού.

Ο ισχυρισμός του επικεφαλής του ΔΝΤ ότι η κακή οικονομική κατάσταση της Ελλάδας οφείλεται στην αύξηση του κόστους εργασίας κατά 30% είναι λανθασμένος. Το 30% προκύπτει μόνο όταν στη μεθοδολογία -και αυτό το κάνει μόνο η Τράπεζα της Ελλάδος και το ΔΝΤ, γιατί εμείς, η Eurostat, ο ΟΟΣΑ ακολουθούμε άλλη μεθοδολογία- υπολογιστεί στο κόστος εργασίας και το εισόδημα του αυτοαπασχολούμενου, όχι μόνο μισθωτού.

Εμείς, ωστόσο, το διαχωρίζουμε αφού ο αυτοαπασχολούμενος έχει κερδοφορία, δεν έχει εισόδημα από μισθωτή εργασία.

Προς το παρόν δηλαδή οι μόνοι ξεκάθαρα ωφελημένοι από αυτές τις ανατροπές και τις εκπτώσεις στα εργασιακά μοιάζει να είναι οι εργοδότες.

Σαφώς. Επειδή παρακολουθώ τις συλλογικές συμβάσεις φαίνεται ότι οι εργοδότες είχαν πάντα μια τάση προς αυτήν την κατεύθυνση και τώρα με την κρίση πέτυχαν πολλές από τις επιθυμίες τους.

Πάντως η δική μου άποψη είναι ότι μακροχρόνια η ελληνική οικονομία θα τα πληρώσει πολύ ακριβά όλα αυτά.

Πέραν των άλλων κρίσιμων κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων, η χώρα κινδυνεύει να μείνει μόνο με χαμηλής εξειδίκευσης εργαζόμενους με ό,τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για την ανάπτυξη και την οικονομία.

Γιατί εξειδικευμένα άτομα με σημαντικές σπουδές και υψηλή κατάρτιση θα φεύγουν στο εξωτερικό, δεν θα μένουν εδώ με μηνιαίο εισόδημα 800 ευρώ και να εργάζονται με το γνωστό «μπλοκάκι» (δελτίο παροχής υπηρεσιών), καταβάλλοντας τις εισφορές τους στο ΤΕΒΕ από το εισόδημά τους, γιατί ο εργοδότης αρνείται να τους ασφαλίσει στο ΙΚΑ ως μισθωτούς.

Και φανταστείτε το μέλλον μιας οικονομίας με δεσπόζουσα την ανειδίκευτη εργασία.

 

Πηγή: http://www.tanea.gr