Sat, 13 August 2022

Ο Μάρτιν Γουλφ, αρθρογράφος στην εφημερίδα Financial Times εξηγεί πώς η ευρωζώνη που υποτίθεται ότι ήταν μια αναβαθμισμένη εκδοχή του κλασικού στάνταρ του χρυσού με τραπεζικά… αναβολικά κινδυνεύει να οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες σε χρεοκοπία -και μαζί την ίδια.

Στο κείμενο με τίτλο “Oι αφόρητες επιλογές της Ευρωζώνης”, σημειώνει ότι η ευρωζώνη, έτσι όπως σχεδιάστηκε, έχει αποτύχει. Βασίστηκε σε μια σειρά αρχές που αποδείχτηκαν αβίωτες από την πρώτη επαφή με τη χρηματοοικονομική και δημοσιονομική κρίση.

Έχει μόνο δύο επιλογές: να προχωρήσει σε στενότερη ενοποίηση ή να οπισθοχωρήσει σε μερική, τουλάχιστον, διάλυση. Αυτό είναι όλο το παιχνίδι.

Η ευρωζώνη υποτίθεται ότι ήταν μια αναβαθμισμένη εκδοχή του κλασικού στάνταρ του χρυσού. Οι χώρες με εξωτερικό έλλειμμα λαμβάνουν χρηματοδότηση από το εξωτερικό. Αν μια τέτοια χρηματοδότηση στεγνώσει, η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώνεται. Η ανεργία στη συνέχεια πιέζει τους μισθούς και τις τιμές δημιουργώντας «εσωτερική υποτίμηση».

Μακροπρόθεσμα, αυτό θα πρέπει να φέρει οικονομικές ισορροπίες στις εξωτερικές πληρωμές και στους ισολογισμούς, αν και έπειτα από πολλά χρόνια πόνου. Στην ευρωζώνη, όμως, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της χρηματοδότησης ρέει μέσω των τραπεζών.

Όταν έρχεται η κρίση, οι τραπεζικοί κλάδοι που διψούν για ρευστότητα αρχίζουν να καταρρέουν. Οι κυβερνήσεις, που πάσχουν από έλλειψη πίστωσης, δεν μπορούν να βοηθήσουν ή να το αποτρέψουν. Αυτό, λοιπόν, είναι το στάνταρ του χρυσού με τραπεζικά… αναβολικά, υπογραμμίζει ο Μάρτιν Γουλφ.

Ο ρόλος των τραπεζών είναι ζωτικός. Σχεδόν όλα τα χρήματα σε μια σύγχρονη οικονομία αποτελούνται από τις υποχρεώσεις (παθητικό) χρηματοπιστωτικών οίκων. Στην ευρωζώνη, για παράδειγμα, η κυκλοφορία χρήματος αντιστοιχεί στο μόλις 9% του ευρύτερου δείκτη πιστωτικής επέκτασης Μ3.

Αν επρόκειτο για πραγματική νομισματική ένωση, τότε μια κατάθεση σε κάθε τράπεζα της ευρωζώνης θα πρέπει να έχει ίση αξία με μια κατάθεση σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα. Αν όμως μια τράπεζα συγκεκριμένης χώρας καταρρεύσει;

Αποδεικνύεται ότι δεν ισχύει η υπόθεση της ισότιμης αξίας. Ένα ευρώ σε μια γερμανική τράπεζα δεν είναι πλέον το ίδιο με ένα ευρώ σε μια ελληνική τράπεζα.

Στην οικονομική σύνοδο του Μονάχου τον περασμένο μήνα, ο κ. Hans-Werner Sinn, πρόεδρος του ινστιτούτου ερευνών Ifo, ανέπτυξε τις επιπτώσεις της αντιμετώπισης αυτής της απειλής στο European System of Central Banks (ESCB).

Δανειστής έσχατης ανάγκης

Το σύστημα κεντρικών τραπεζών έχει λειτουργήσει ως δανειστής έσχατης ανάγκης προς τις προβληματικές τράπεζες. Επειδή όμως αυτές οι τράπεζες ανήκαν σε χώρες με εξωτερικά ελλείμματα, το ESCB εμμέσως χρηματοδοτούσε αυτά τα ελλείμματα.

Επιπλέον, επειδή οι εθνικές κεντρικές τράπεζες δανείζουν με έκπτωση επι ενεχύρου κρατικών χρεών, στην ουσία χρηματοδοτούσαν την κυβέρνησή τους. Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: με αυτές τις συνθήκες έχουμε ξεκάθαρη χρηματοδότηση του κράτους απο την κεντρική τράπεζα της χώρας.
Αυτό φαίνεται και απο την διόγκωση στο ενεργητικό και το παθητικό των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης, με τη γερμανική BundesBank να είναι ο κυρίαρχος πιστωτής, επισημαίνει ο Μάρτιν Γουλφ.

Οπως μάλιστα τονίζει ο πρόεδρος του Ifo, υπάρχει συμμετρία ανάμεσα στα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας και στις σωρευτικές απαιτήσεις της Bundesbank απο άλλες κεντρικές τράπεζες, αρχής γενομένης απο το 2008 όταν άρχισε να “στεγνώνει” η χρηματοδότηση των πιο αδύναμων οικονομιών της Ευρωζώνης, από τον ιδιωτικό τομέα.

Τι σημαίνουν αυτά; Οτι αν χρεοκοπήσουν τα αδύναμα κράτη, θα χρεοκοπήσουν και οι κεντρικές τους τράπεζες. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι θα υποστούν τεράστιες απώλειες και οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες που δανείζουν τις πιο αδύναμες. Και τελικά οι φορολογούμενοι των κρατών που δάνειζαν θα κληθούν να καλύψουν τις ζημίες.

Ο καθηγητής Sinn σημειώνει τρία ακόμη πράγματα:

Πρώτον, αυτή η χρηματοδότηση “από την πίσω πόρτα” κρατών με χρέη δεν μπορεί να συνεχίζεται για πολύ.

Μεταφέροντας μεγάλα ποσά από τη δημιουργία χρήματος της ευρωζώνης σε έμμεση χρηματοδότηση ελλειμματικών κρατών, το σύστημα υποχρεώθηκε να αποσύρει πίστωση από εμπορικές τράπεζες πλεονασματικών κρατών.

Μέσα σε δύο χρόνια, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι τελευταίες θα έχουν αρνητικές πιστωτικές θέσεις στις εθνικές κεντρικές τους τράπεζες. Με άλλα λόγια θα τους χρωστούν λεφτά.

Κι αυτό θα πρέπει να σταματήσει.

Δεύτερον, ο μόνος τρόπος να σταματήσει χωρίς να δημιουργηθεί κρίση είναι να αναλάβουν οι πλεονασματικές κυβερνήσεις, ουσιαστικά, τις δημοσιονομικές λειτουργίες. Όμως, τρίτον, αν προστεθούν τα ποσά που χρωστούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, στα κρατικά χρέη των των αδύναμων κρατών τους, τα μεγέθη γίνονται τρομακτικά.

Η μόνη λοιπόν διέξοδος είναι η επιστροφή σε μια κατάσταση όπου ο ιδιωτικός κλάδος χρηματοδοτεί τόσο τις τράπεζες όσο και τις κυβερνήσεις. Αυτό όμως χρειάζεται χρόνια για να γίνει – αν μπορεί να γίνει με τέτοια υψηλά επίπεδα χρεών.

Συνοψίζοντας, τα γεγονότα διέψευσαν τις προδιαγραφές του αρχικού σχεδίου. Αν αυτό είναι το σχέδιο στο οποίο επιμένουν οι κυρίαρχες δυνάμεις, θα πρέπει να απομακρύνουν κάποια υπάρχοντα μέλη.

Τρεις αλλαγές

Αυτή η διαδικασία είναι, ωστόσο, σχεδόν αδύνατη. Αν όμως θέλουν να δουλέψει η ευρωζώνη ως έχει, πρέπει να γίνουν τρεις αλλαγές που είναι απαραίτητες:

Πρώτον, τα τραπεζικά συστήματα δεν θα πρέπει να παραμείνουν εθνικά. Οι τράπεζες θα πρέπει να υποστηρίζονται από ένα “κοινό” θησαυροφυλάκιο της Ευρωζώνης, ή ένα θησαυροφυλάκιο από απολύτως αξιόχρεα κράτη-μέλη.

Δεύτερον, η χρηματοδότηση των διακρατικών κρίσεων θα πρέπει να μεταφερθεί από την ESCB σε ένα επαρκώς μεγάλο θεσμικό Ταμείο.

Τρίτον, αν θέλουμε να αποφευχθούν τα προβλήματα ενός εθνικού χρεοστασίου, όπως απαιτεί η ΕΚΤ, η χρηματοδότηση των αδύναμων κρατών θα πρέπει να γίνεται μακριά από τις αγορές για χρόνια, ίσως και για μια δεκαετία.

Αυτή η χρηματοδότηση θα πρέπει να προσφέρεται με διαχειρίσιμες συνθήκες απο τα ισχυρά κράτη, όσον αφορά στο κόστος, αλλά με αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά στις μεταρρυθμίσεις απο τα αδύναμα κράτη.

Το αν το σύστημα που θα προκύψει θα πρέπει να λέγεται «ένωση μεταφοράς πόρων» (transfer union) δεν είναι βέβαιο: θα εξαρτηθεί από το εάν οι δανειζόμενοι θα αποπληρώσουν πλήρως το χρέος (κάτι για το οποίο αμφιβάλλω). Σίγουρα όμως θα είναι μια «ένωση υποστήριξης».

Η δύσκολη επιλογή που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη αποδεικνύει ότι μια βιώσιμη ένωση θα χρειαστεί, τουλάχιστον, βαθύτερη χρηματοοικονομική ενοποίηση και δημοσιονομική υποστήριξη απ’ όσο αρχικώς προβλεπόταν.

Πώς θα καταλήξει αυτή η ιστορία; Δεν έχω ιδέα, καταλήγει ο Μάρτιν Γουλφ. Και αναρωτιέμαι αν ξέρει κανείς…

Πηγή: http://www.imerisia.gr/