Fri, 12 August 2022

Δύο ελληνικές και μία τουρκική ταινία αποτελούν το πρόγραμμα της νέας κινηματογραφικής βδομάδας, με την τουρκική «Κάποτε στην Ανατολία» του Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν να ξεχωρίζει.

«Κάποτε στην Ανατολία»: Με αφορμή την αναζήτηση του τάφου ενός δολοφονημένου στις αχανείς εκτάσεις της Ανατολίας, ξεδιπλώνεται μια εικαστικά έξοχη ταινία με δυνατή κριτική διάσταση «Κάποτε στην Ανατολία»: Με αφορμή την αναζήτηση του τάφου ενός δολοφονημένου στις αχανείς εκτάσεις της Ανατολίας, ξεδιπλώνεται μια εικαστικά έξοχη ταινία με δυνατή κριτική διάσταση Από ελληνικής πλευράς έχουμε την αλληγορική ταινία «Αλπεις» του Γιώργου Λάνθιμου και την κωμωδία «Λούφα και παραλλαγή: σειρήνες στη στεριά» του Νίκου Περάκη. Για τους φίλους του καλού κινηματογράφου υπάρχει επίσης και το 24ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, που προσφέρει ένα μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών και άλλων ταινιών καθώς και αφιερώματα στους σκηνοθέτες Σάμιουελ Φούλερ και Ακίρα Κουροσάβα και στην Ελληνίδα ηθοποιό Κατίνα Παξινού.

Κάποτε στην Ανατολία

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

Bir Zamanlar Anadolu’da.
Τουρκία, 2011. Σκηνοθεσία: Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν. Σενάριο: Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν, Εμπρου Τσεϊλάν, Ερκάν Κεσάλ. Ηθοποιοί: Μουχάμεντ Ουζουνέρ, Γιλμάζ Ερντογάν, Τάνερ Μπιρσέλ, Φιράτ Τανίς, Ερκάν Κεσάλ. 150′

*****½

Η αναζήτηση του τάφου ενός δολοφονημένου άντρα στις αχανείς εκτάσεις της Ανατολίας γίνεται αφορμή για μια κριτική ματιά πάνω στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία αλλά και γενικότερα στην ανθρώπινη κατάσταση σε μια δυνατή, εικαστικά έξοχη, ταινία – Μέγα Βραβείο της κριτικής επιτροπής στις Κάνες.

Σ’ ένα έρημο τοπίο, κάπου βαθιά στην Ανατολία, μια ομάδα ανθρώπων (ένας εισαγγελέας, ένας αστυνόμος, ένας γιατρός και οι βοηθοί τους, μαζί με δύο δεμένους με χειροπέδες ύποπτους για φόνο) ψάχνει το μέρος που ο ένας από τους δύο δολοφόνους θα τους υποδείξει ότι έχουν θάψει το θύμα τους. Ετσι αρχίζει η νέα ταινία του Τούρκου σκηνοθέτη Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν, δημιουργού μιας σειράς εξαιρετικών ταινιών («Μακριά», «Τρεις πίθηκοι», «Κλίματα αγάπης», «Σύννεφα του Μάη»), που καταπιάνονται με το δράμα απλών ανθρώπων, τοποθετημένων, όμως, πάντα, σ’ ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον.

Ο χώρος τον οποίο ψάχνουν οι άντρες είναι η Ανατολία, μια υποβαθμισμένη περιοχή, καθρέφτης μιας άλλης Τουρκίας, που μια πλευρά της είχαμε δει στις πρώτες ταινίες του συμπατριώτη του, Γιλμάζ Γκιουνέι. Χρονικά, η ιστορία καλύπτει ένα περίπου εικοσιτετράωρο, με το μεγαλύτερο μέρος της να εκτυλίσσεται τη νύχτα. Σ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια αυτής της νύχτας, η ομάδα των ανθρώπων σταματά από το ένα μέρος στο άλλο, ψάχνοντας για ένα λιβάδι, με μια συγκεκριμένη πηγή και ένα «στρογγυλό» δέντρο. Σκάβουν κάθε τόσο χωρίς αποτέλεσμα, πιστεύοντας πως ο δολοφόνος τούς κοροϊδεύει, παρ’ όλο που αυτός επιμένει πως έθαψε το θύμα του νύχτα και ήταν μεθυσμένος. Κάποια στιγμή, κουρασμένοι οι άντρες αποφασίζουν να κάνουν ένα διάλειμμα στο σπίτι του δημάρχου του πιο κοντινού χωριού. Το πτώμα θα το ανακαλύψουν το επόμενο πρωί, δεμένο χειροπόδαρα, σ’ έναν λάκκο.

Η αναζήτηση του πτώματος και οι συζητήσεις για διάφορα, φαινομενικά άσχετα, θέματα δίνουν την ευκαιρία στον Τσεϊλάν να μας μιλήσει για τις σχέσεις, τις διαφορές και τις συγκρούσεις των αντρών, αποκαλύπτοντάς μας, σταδιακά, την κοινωνική και πολιτική κατάσταση που επικρατεί στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία καθώς και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται εκεί. Ο αστυνομικός, παρά τις παρεμβάσεις του φαινομενικά αντικειμενικού εισαγγελέα, θα χρησιμοποιήσει τη βία όταν χρειάζεται (ο δολοφόνος θα μαρτυρήσει τελικά πού έθαψε το πτώμα ύστερα από μια «κλειστή» ανάκριση με τον αστυνόμο, που όπως καταλαβαίνουμε έχει ξεπεράσει τα όρια της ανθρωπιάς), ενώ εκείνο που ενδιαφέρει το γιατρό είναι πότε θα τελειώσει αυτή η περιπέτεια για να επιστρέψει στην «πολιτισμένη» Τουρκία. Ο εισαγγελέας θα συντάξει το πόρισμα όχι σύμφωνα με τα δεδομένα αλλά με όσα αυτός επιλέγει και αποφασίζει, ο δήμαρχος μιλά για ανάγκη βοήθειας προς το φτωχικό χωριό του, ενώ η μελλοντική συμμετοχή της Τουρκίας στην Ενωμένη Ευρώπη γίνεται αφορμή για ένα ειρωνικό σχόλιο από τον εισαγγελέα.

Ο Τσεϊλάν χρησιμοποιεί ένα παρόμοιο με τις άλλες ταινίες του στιλ, που θυμίζει τόσο το έργο του Ιάπωνα Γιασουτζίρο Οζου όσο και του δικού μας Αγγελόπουλου, για να δημιουργήσει την εξαιρετική ατμόσφαιρα της ταινίας του: με μεγάλες αργές σεκάνς, μακρινά πλάνα που τοποθετούν τους πολύπλοκους, με πολλές αδυναμίες, χαρακτήρες, στους συγκεκριμένους χώρους και σε αφήνουν να τους προσεγγίσεις και να διεισδύσεις στις σκέψεις τους, με σιωπές που λένε πολύ περισσότερα από ένα διάλογο, δραματουργικά οργανωμένους φωτισμούς, εικόνες εικαστικά πανέμορφες, αυθεντικούς, αποκαλυπτικούς, διανθισμένους με χιούμορ, διαλόγους και δυνατές ερμηνείες απ’ όλους τους ηθοποιούς του (ορισμένοι μάλιστα από αυτούς ερασιτέχνες). Μια ταινία που μας λέει πολλά για την τουρκική κοινωνία και όχι μόνο, και που δίκαια κέρδισε το Μέγα Βραβείο της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Κανών.

Λούφα και παραλλαγή: σειρήνες στη στεριά

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

Ελλάδα, 2011.
Σκηνοθεσία-σενάριο: Νίκος Περάκης. Ηθοποιοί: Ορφέας Αυγουστίδης, Βίκυ Καγιά, Στέλιος Ξανθουδάκης, Ιωάννης Παπαζήσης, Σωκράτης Πατσίκας, Γιώργος Σεϊταρίδης, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Ρένος Χαραλαμπίδης.

***

Η Αθήνα της οικονομικής και πολιτικής κρίσης είναι στο επίκεντρο της διασκεδαστικής αυτής, με σατιρικές αιχμές, κωμωδίας (τρίτης στη σειρά «Λούφα και παραλλαγή») του Νίκου Περάκη.

Με τις νέες περιπέτειες της ομάδας που γνωρίσαμε στην ταινία «Λούφα και παραλλαγή: σειρήνες στο Αιγαίο» καταπιάνεται στη νέα αυτή κωμωδία του ο Νίκος Περάκης. Εδώ, με αφορμή την απαγωγή της προστατευόμενής του, μιας 12χρονης ορφανής Πακιστανής, ένας από τους ήρωες της ταινίας εγκαταλείπει τον Ψηλορείτη και φτάνει στην Αθήνα για να βρεθεί στο μέσο της κρίσης. Παράλληλα με τις προσπάθειές του ν’ ανακαλύψει τη μικρή, παρακολουθούμε τις κωμικές περιπέτειες των υπόλοιπων «μελών» της ομάδας: του ιδιοκτήτη αλυσίδας φαστφουντάδικων, ενός γκουρού, ενός χάκερ και ενός δημοτικού συμβούλου.

Ο Περάκης φτιάχνει μια κωμωδία στο πνεύμα των δύο προηγούμενων κωμωδιών του, όπου κυριαρχούν το λεκτικό χιούμορ, οι φαρσοειδείς καταστάσεις αλλά και η πολιτική σάτιρα (ιδιαίτερα στις σκηνές με το νεοεκλεγέντα δημοτικό σύμβουλο). Αποτέλεσμα: μια ευχάριστη, διασκεδαστική, κωμωδία.

Μαύρη δύναμη στην εποχή του Νίξον

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

«The Black Power Mixup, 1967-1975»: ένα δυνατό ντοκιμαντέρ για μια ταραχώδη εποχή.

Στην Αμερική της δεκαετίας των δεκαετιών του ’60 και ’70 μας οδηγεί ο Σουηδός σκηνοθέτης Γκόραν Χιούγκο Ολσον με το δυνατό, αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ του «The Black Power Mixup 1967-1975», που προβάλλεται στο πλαίσιο του 24ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Σε μια περίοδο που την Αμερική κυβερνούσαν πρόσωπα όπως ο Λίντον Τζόνσον και ο Ρίτσαρντ Νίξον, εποχή των «παιδιών των λουλουδιών» και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, όταν κυριαρχούσε η αντίδραση των νέων ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, υπήρχε κι ένα άλλο, λιγότερο γνωστό, αν και το ίδιο δυνατό και αποτελεσματικό κίνημα: το κίνημα των μαύρων για πολιτικά δικαιώματα, που το προωθούσαν πρόσωπα όπως η Αντζελα Ντέιβις, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο Στόουκλι Καρμάικλ και μερικοί άλλοι.

Με σπάνιο υλικό που τράβηξαν Σουηδοί ρεπόρτερ της τηλεόρασης στην περίοδο 1967-1975, με φωτογραφίες, συνεντεύξεις και συναντήσεις με ακτιβιστές και άλλα πρόσωπα που είχαν παίξει ρόλο στο κίνημα για πολιτικά δικαιώματα, ο Γκόραν Ολσον μας περιφέρει σε διάφορα μέρη της Αμερικής, για να μας παρουσιάσει την πορεία του Κινήματος της Μαύρης Δύναμης (Black Power: ορισμός που έδωσε στο κίνημα ο Καρμάικλ). Το υλικό που μας παρουσιάζει εστιάζεται (πολύ σοφά) τόσο στην εικόνα όσο και στα κείμενα, όλα παρμένα στην τότε περίοδο, με τον Ολσον να αντιπαραθέτει τον αγώνα των μαύρων για πολιτικά δικαιώματα με την άγρια αντιμετώπισή τους από την αστυνομία με φυλακίσεις αλλά και τον κατακλυσμό των δρόμων με σκληρά ναρκωτικά. Στόχος τού Ολσον είναι να δώσει μια όσο το δυνατό καλύτερη και σε βάθος εικόνα της ιστορίας και των αγώνων των μαύρων στην τότε περίοδο – τόσο μέσα από τους Μαύρους Πάνθηρες και το Εθνος του Ισλάμ και τον Κομμουνισμό, που πρέσβευαν άνθρωποι όπως η Ντέιβις και ο Καρμάικλ, όσο και μέσα από τον ειρηνικό αγώνα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Ν.Φ.Μ.

Σημ.: Η ταινία προβάλλεται το Σάββατο στις 8.30 μ.μ. στον κινηματογράφο «Απόλλων».

Αλπεις

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

Ελλάδα, 2011.
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος. Σενάριο: Ευθύμης Φιλίππου και Γιώργος Λάνθιμος. Ηθοποιοί: Αγγελική Παπούλια, Αρης Σερβετάλης, Τζόννυ Βεκρής, Αριάν Λαμπέντ. 93′

Μια ομάδα ανθρώπων αναλαμβάνει να υποδυθεί νεκρά πρόσωπα για να απαλύνει τον πόνο των συγγενών. Είδος αλληγορίας για την κατάσταση της οικογένειας στην κοινωνία μας, αλλά και για την προσπάθεια του σύγχρονου ατόμου να υποδύεται διαφορετικούς απ’ αυτόν ρόλους, σε μια μέτρια, με αφελές χιούμορ, ταινία.

Ενδιαφέρον αν και παράξενο είναι το θέμα της ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου: μια ομάδα ανθρώπων, είδος οικογένειας (μια νοσοκόμα, ένας τραυματιοφορέας, μια αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής και ο προπονητής της και αρχηγός της ομάδας, που έχει πάρει το όνομα Μον Μπλανκ, από την ψηλότερη κορφή των «Αλπεων»), αναλαμβάνει, για σύντομο διάστημα, να υποδύεται τα νεκρά πρόσωπα ανθρώπων που έχασαν τους δικούς τους, σε μια προσπάθεια να απαλύνουν τη θλίψη τους. Προσωπικά δεν μπορώ να πιστέψω πως στενοί συγγενείς ενός νεκρού μπορεί να δεχτούν κάποιον ξένο να «παίζει» το ρόλο του ανθρώπου που έχασαν. Πολύ πιο πειστικό μου φαίνεται το εύρημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, στο βιβλίο του «Παραβολή» (από το οποίο φαίνεται ίσως να έχουν εμπνευστεί ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος του), όπου μια παρόμοια ομάδα αντικαθιστά το νεκρό, για λογαριασμό των συγγενών, με ένα ολόγραμμά του.

Σημείωνα ήδη, στην κριτική μου από το Φεστιβάλ Βενετίας (όπου, αναπάντεχα, η ταινία κέρδισε το βραβείο σεναρίου), πως τη φορά αυτή ο σκηνοθέτης του «Κυνόδοντα», παρασυρμένος ίσως από τα υπερβολικά επαινετικά σχόλια της προηγούμενης ταινίας του, θέλησε να επαναλάβει το πείραμα, ακολουθώντας την ίδια περίπου συνταγή: ωραίες στιλιζαρισμένες εικόνες, ουδέτερες ερμηνείες, ένα συζητήσιμο χιούμορ που μοιάζει περισσότερο με παιδικό παιχνίδι, ένα αφελές, που δεν πείθει, σενάριο και έλλειψη σύνθεσης των επί μέρους σκηνών, όλα δοσμένα μ’ ένα εξεζητημένο στιλ, που θέλει με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσει και να σοκάρει. Με αποτέλεσμα, εκείνο που παραμένει να είναι οι ωραίες, εικαστικά προσεγμένες εικόνες, ιδιαίτερα εκείνες της αρχής και του φινάλε, με την Αριάν Λαμπέντ να ασκείται στη ρυθμική γυμναστική. Στα λίγα θετικά στοιχεία της ταινίας και η ερμηνεία της Αγγελικής Παπούλια. **