Sat, 20 August 2022

Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών στην Ελλάδα είναι ένα ακόμη σύμπτωμα του ελαττωματικού οικονομικού σχεδιασμού της Ευρωζώνης, για το οποίο σήμερα πληρώνει περισσότερο από όλους ο Ελληνικός λαός.

 Το τέλος του 2009, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είχε φθάσει στο 127.1% του ΑΕΠ (σύμφωνα με αναθεωρημένα στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύτηκαν στις 26 Απριλίου του 2011).  Σήμερα, έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια καταπολέμησης του χρέους με χωρίς προηγούμενο δρακόντεια μέτρα λιτότητας, το χρέος της χώρας έχει φθάσει το 160% του ΑΕΠ. http://blog.stockwatch.com.cy/?p=900

 Το τελευταίο σχέδιο «διάσωσης», το οποίο ήταν το επίκεντρο των εξελίξεων, αναμένεται να μειώσει το χρέος της Ελλάδας στο 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020.  Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι ιδιώτες πιστωτές θα αποδεχθούν 50% «εθελοντικό» κούρεμα των ομολόγων της χώρας – σε αντίθεση με την ΕΚΤ της οποίας τα ελληνικά ομόλογα δε θα απομειωθούν.

 Με αυτά τα δεδομένα, η εισήγηση του κ. Παπανδρέου για δημοψήφισμα, παρά την αναστάτωση που δημιούργησε, ήταν μερικώς τουλάχιστον κατανοητή.  

 Σε μια δημοκρατία, δεν είναι καθόλου παράλογο να αποφασίσει ο λαός κατά πόσο ακόμη μια δεκαετία λιτότητας, ανεργίας και εξαθλίωσης είναι λιγότερο ολέθρια από την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωζώνη με όλα τα γνωστά αρνητικά, αλλά και τα πιο λίγο γνωστά θετικά, όπως π.χ. άμεση υποτίμηση του νομίσματος και πιο γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη, τα οποία συνεπάγεται.   

 Η έντονη αντίδραση της κ. Μέρκελ και του κ. Σαρκοζί στην εισήγηση του κ. Παπανδρέου ήταν ακόμη μια ένδειξη ότι οι πλούσιες χώρες της Ευρωζώνης έχουν να χάσουν ακόμη περισσότερο από την απόρριψη του τελευταίου σχεδίου «διάσωσης» της Ελλάδας, παρά η ίδια η Ελλάδα.  Μεταξύ άλλων ένα 50% «κούρεμα» στα ελληνικά ομόλογα των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών είναι λιγότερο οδυνηρό από κούρεμα γουλί (50% του κάτι είναι πολύ καλύτερο από 100% του μηδέν).  Γιατί αν η Ελλάδα απορρίψει το τελευταίο σχέδιο διάσωσης δεν θα έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει κανένα μέρος του χρέους της.  Φυσικά, σε τέτοια περίπτωση όλες οι τράπεζες με μεγάλη έκθεση σε ελληνικά ομόλογα, όχι μόνο οι γαλλικές και οι γερμανικές, θα υποστούν ακόμη μεγαλύτερη ζημιά, ενώ οι δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες θα βρεθούν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.  

 Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μέσα στο 2010 οι δαπάνες του ελληνικού κράτους μειώθηκαν από 52.9% του ΑΕΠ σε 49.5% του ΑΕΠ, ενώ κατά το ίδιο έτος τα έσοδα του αυξήθηκαν από 37.3% σε 39.1% του ΑΕΠ.  Σαν αποτέλεσμα το δημοσιονομικό έλλειμμα περιορίσθηκε από 15.4% το 2009 σε 10.5% το 2010, το οποίο μέσα σε συνθήκες συρρίκνωσης του ΑΕΠ μπορεί να θεωρηθεί ως μια αρκετά σημαντική επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης.

 Με άλλα λόγια, για κάθε βήμα μπροστά που έχει κάνει η ελληνική κυβέρνηση για να μειώσει το χρέος της χώρας – με μεγάλη προσπάθεια και τεράστιο κοινωνικό κόστος – η ελληνική οικονομία έχει πάει δύο βήματα πίσω, τουλάχιστον όσον αφορά τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

 Δηλαδή τα δρακόντεια μέτρα λιτότητας όχι μόνο δεν πέτυχαν να μειώσουν το χρέος της χώρας αλλά βύθισαν τη χώρα στην ύφεση και την οδήγησαν σε ένα φαύλο κύκλο χρέους και αποπληθωρισμού, όπως είχα προβλέψει στο άρθρο «The troubles of Greece» από το Φεβρουάριο του 2010, απόσπασμα του οποίου παραθέτω πιο κάτω (με συγχωρείτε για τα αγγλικά):

 «If the draconian austerity measures so much talked about are implemented, Greek GDP will plummet which, in itself, will increase both the deficit and debt to GDP ratios by virtue of GDP being the denominator in both. To increase tax revenues and reduce spending when GDP is falling will be an uphill struggle if not altogether impossible….Greece will be unable to deliver, much as its government wants to. Such an outcome will brew more trouble for the eurozone as it will be seen to be incapable of sorting out departures from the Pact. The eurozone’s credibility will diminish and other countries may follow Greece in this downhill path. Arguably, if Spain, Italy and Portugal follow suit, and possibly Ireland and others, confidence in the eurozone experiment will evaporate and it will take panic measures to prevent it from falling apart.

 So, Greece seems to be the testing ground for how much bad economics the eurozone can withstand before falling apart».     

 Το τελευταίο σχέδιο εξόδου από την κρίση, παρά τα κάποια θετικά του στοιχεία, εμμένει σε περισσότερα μέτρα λιτότητας παρά σε μέτρα που θα προωθήσουν την ανάπτυξη.  Θέτει τις βάσεις για την επανάληψη του φαύλου κύκλου χρέους και αποπληθωρισμού σε χώρες όπως η Ιταλία.  Αυτό θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση σε όλη την ΕΕ, αφού η μείωση της ζήτησης σε μια μεγάλη χώρα της ΕΕ θα έχει αρνητικές επιπτώσεις για τις υπόλοιπες.

 Πολλοί θα πουν (και πάλι): «Μα δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, πως μπορεί να μειωθεί το χρέος χωρίς μέτρα λιτότητας;».

 Και όμως υπήρχε και υπάρχει ακόμη εναλλακτική λύση, αρκεί κάποιος να δώσει την απαραίτητη σημασία στον Κέυνς και στον Irving Fisher και ταυτόχρονα να αγνοήσει τα μακροοικονομικά του «γλυκού νερού» πάνω στη φιλοσοφία των οποίων, δυστυχώς, βασίστηκε ο ελαττωματικός σχεδιασμός της ευρωζώνης.

 Ο εναλλακτικός σχεδιασμός θα είχε ως πρώτο στόχο την ανάκαμψη, δηλαδή την επίτευξη υγιούς ρυθμού ανάπτυξης, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη.

 Δηλαδή αντί για στόχο 2% πληθωρισμό, αγνοώντας τα υπόλοιπα (οι οικονομολόγοι του γλυκού νερού πιστεύουν ότι όλα τα άλλα τα λύνει η ελεύθερη αγορά), ο πρώτιστος στόχος της οικονομικής πολιτικής θα μπορούσε να είναι η αύξηση του ΑΕΠ κατά 2-3% ετησίως, σε πραγματικούς όρους.

 Τα μέτρα λιτότητας θα πρέπει να προσαρμοσθούν στις δυνατότητες μιας οικονομίας να τα απορροφήσει χωρίς να βυθιστεί στην ύφεση και στην ανεργία.  Αυτός πιστεύω πρέπει να είναι ο χρυσός κανόνας που θα πρέπει να διέπει την προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους.  Δηλαδή, όταν τα μέτρα λιτότητας οδηγούν στην ύφεση, τότε αυτά επιβραδύνονται ή αναβάλλονται.

 Για να πετύχουν οι χώρες της ΕΕ την επιστροφή σε υγιείς ρυθμούς ανάπτυξης, πρέπει πρώτα οι μεγάλες οικονομίες που έχουν έστω και μικρά δημοσιονομικά περιθώρια, όπως για παράδειγμα η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία, να συμβάλουν στην αύξηση της συνολικής ζήτησης, στηρίζοντας κυρίως τις παραγωγικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε όλη την ΕΕ, αλλά και την κατανάλωση στις δικές τους χώρες. 

 Για παράδειγμα το σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα, το οποίο ανακοίνωσε η κ. Μέρκελ το καλοκαίρι, πρέπει όχι μόνο να αρχίσει να εφαρμόζεται αλλά και να επεκταθεί και σε άλλες χώρες της περιφέρειας, περιλαμβανομένης φυσικά και της Κύπρου.  

 Ο δεύτερος άξονας της οικονομικής πολιτικής πρέπει να στοχεύει ώστε το μίγμα μεταξύ περικοπών και φορολογίας να επηρεάζει όσο το λιγότερο δυνατόν την κατανάλωση και την απασχόληση.  Αυτό προϋποθέτει την επικέντρωση των όποιων περικοπών στις λιγότερο παραγωγικές δαπάνες.  

 Επιπρόσθετα, σημαίνει ότι, όσο το δυνατό, τα δημοσιονομικά μέτρα δεν πρέπει να επηρεάζουν την αγοραστική δύναμη των χαμηλών και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων, τα οποία καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.  Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα θα μπορούσε να ιδρυθεί ευρωπαϊκό κεντρικό ταμείο πληρωμής ανεργιακού επιδόματος και άλλων κοινωνικών ωφελημάτων, ως ένα πρώτο βήμα προς τη δημοσιονομική ένωση.  Κάτι που θα προστατεύσει τα χαμηλότερα στρώματα στις φτωχότερες χώρες της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα αυτές που θα συνεχίσουν την πολιτική λιτότητας.   

 Ο τρίτος και τελευταίος άξονας αφορά τη νομισματική πολιτική, ο σχεδιασμός της οποίας χρήζει ριζικής αναθεώρησης για να μπορέσει να επικεντρωθεί στο πρόβλημα της κρίσης παρά στο ανύπαρκτο πρόβλημα του πληθωρισμού (κάποιοι στην Ευρώπη επιμένουν να πολεμούν τον προηγούμενο πόλεμο, ανάφερε ο Νόρμαν Λαμόντ, ο οποίος διετέλεσε ΥΠΟΙΚ της κ. Θάτσερ).

 Αυτό, μεταξύ άλλων, θα οδηγούσε στην ανάληψη όλης της γκάμας των αρμοδιοτήτων που αρμόζουν σε μια κεντρική τράπεζα, όπως π.χ. ο δανειστής εσχάτου καταφυγίου (lender of last resort), σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση όπου, όπως εξηγεί ο καθηγητής του Berkeley Brad De Long, η ΕΚΤ δίνει μάχες για να μην λειτουργεί ως … κεντρική τράπεζα! Ο ανασχεδιασμός της νομισματικής πολιτικής στις σημερινές συνθήκες θα επέτρεπε στην ΕΚΤ να μειώσει το επιτόκιο της στο ίδιο επίπεδο της Τράπεζας της Αγγλίας, δηλαδή στο 0.50%.   

 Η απόπειρα του κ. Παπανδρέου να στοιχηματίσει το μέλλον της χώρας σε δημοψήφισμα μπορεί να απέτυχε, αλλά τα στοιχήματα για την κατάρρευση της ευρωζώνης θα συνεχισθούν και μάλιστα θα ενταθούν, ενόσω η κ. Μέρκελ και ο κ. Σαρκοζί συνεχίζουν να εμμένουν σε ένα ελαττωματικό οικονομικό σχεδιασμό.

 Πανίκος Δημητριάδης

Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστήμιο του Leicester

Μέλος της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών του Ηνωμένου Βασιλείου