Sat, 20 July 2024
 
Ο Αλέξης Ζορμπάς από τη μία, η Στέλλα (σκέτο, δίχως επώνυμο) από την άλλη. Ιδανικοί πρωτόπλαστοι σε μια απολύτως ελληνική Εδέμ, παιδί του Νίκου Καζαντζάκη ο πρώτος, του Ιάκωβου Καμπανέλλη η δεύτερη, αρχετυπικά πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.
 
«Με καταδικάσατε όχι γι’ αυτά που αναφέρει η κατηγορία, αλλά γιατί σεβάστηκα τον εαυτό μου, γιατί ντράπηκα να σας πω ό,τι θα σας ήταν ευχάριστο, γιατί δεν καταδέχτηκα να κλάψω, να ξεπέσω σε καμώματα ανάξια». Είναι τα τελευταία λόγια του Σωκράτη. Κι όμως, θα μπορούσαν να είναι και τα τελευταία λόγια της «Στέλλας», της ταινίας του 1955, την οποία ο Κακογιάννης γύρισε βασισμένος στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια».
 
Με αρκετή δυσκολία: ο προϋπολογισμός ήταν χαμηλός, τα τεχνικά μέσα εκείνη την εποχή ελάχιστα και η Μελίνα Μερκούρη – που ζωή Στέλλας έζησε μέχρι τέλους – με δυσκολία μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά στον ήλιο («όλα τα δοκιμαστικά της είχαν αποτύχει!» θα πει αργότερα ο σκηνοθέτης). Στο τέλος όμως η Στέλλα έλαμψε. Και έλαμψε ως η γυναίκα που διεκδίκησε το δικαίωμά της στην επιλογή. Την όποια επιλογή! Κάτι που τότε επιτρεπόταν μονάχα στις ηρωίδες του αρχαίου δράματος. Η Στέλλα όμως μπορεί να βλέπει το μαχαίρι και παρ’ όλα αυτά να μην αλλάζει πορεία. Ηρωίδα απολύτως μοναχική.
 
Ο Καμπανέλλης άλλωστε πάντα υπογράμμιζε πως «το να γράψεις δράμα λόγω φτώχειας είναι λιγότερο δύσκολο από το να γράψεις το δράμα ενός ανθρώπου που υποφέρει από μοναξιά». Εκεί υπάρχει μια άμεση σύνδεση με την αρχαία τραγωδία, σύνδεση την οποία ο Κακογιάννης εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο ανιχνεύοντας κάτω από το «χυδαίο, λούμπεν» κόσμο του Πειραιά (τα εισαγωγικά αφορούν την κριτική του Αντώνη Μοσχοβάκη στην «Επιθεώρηση Τέχνης» εκείνης της εποχής) μια μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας.
 
Δεν ήταν πάντως μόνο ο Μοσχοβάκης που ενοχλήθηκε. Ο Κώστας Σταματίου στην «Αυγή» ήταν ακόμη πιο οργισμένος: «Αυτό που βλέπουμε είναι ένα ξεδιάντροπο μελόδραμα, που προβάλλει ό,τι χαμηλότερο, ό,τι πιο “λούμπεν”, ό,τι πιο χυδαίο και καθυστερημένο στοιχείο υπάρχει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα (…).
 
Λευτεριά λοιπόν στις γυναίκες να πηγαίνουν με τον πρώτο που θα τους αρέσει, και πετύχαμε την ανεξαρτησία μας!». Μόνο ο Αχιλλέας Μαμάκης στο «Εθνος» ήταν θετικός απέναντι στη «Στέλλα».
 
Και απέναντι από τον χαρακτήρα που εμπνεύστηκε ο Καμπανέλλης, κοντοστάθηκε ο Ζορμπάς, έμπνευσης Νίκου Καζαντζάκη. Τέσσερις άνθρωποι τον συνάρπασαν και τους αναφέρει ονομαστικά: «Ομηρος, Μπέρξονας (εννοεί τον γάλλο φιλόσοφο Μπερξόν), Νίτσε και Ζορμπάς». «Ο Ζορμπάς», έγραψε, «με έμαθε να αγαπώ τη ζωή και να μη φοβάμαι το θάνατο». Γιατί ο Ζορμπάς δεν ήταν προϊόν μυθοπλασίας, αλλά πρόσωπο υπαρκτό!
 
Ο Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τον Αλέξη Ζορμπά στο Αγιον Ορος και εκεί άκουσε κατάπληκτος την ιστορία της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια στην Πιερία μέχρι τον γάμο του στο Παλαιοχώρι όπου εργάστηκε ως μεταλλωρύχος, και από τον μοναχισμό του στο Άγιον Ορος μέχρι την εκμετάλλευση των ορυχείων της Πραστοβάς, στη Μάνη, παρέα με τον συγγραφέα. Ο Ζορμπάς (δισέγγονος του οποίου ήταν ο μουσικός Παύλος Σιδηρόπουλος) θα καταλήξει στα Σκόπια, όπου θα κάνει μια νέα οικογένεια, μέχρι να τον βρει ο θάνατος χτυπημένο από την πείνα και τον ναζιστικό ζυγό.

ΟΙ ΧΟΡΟΙ. Από ένα θεατρικό και ένα βιβλίο λοιπόν, ο Μιχάλης Κακογιάννης γέννησε μύθους εμβληματικούς, διακτινίζοντάς τους κινηματογραφικώς. Και οι δύο, φιλμαρισμένοι σε κοφτερό ασπρόμαυρο. Ο δαιμονισμένος, διονυσιακός παροξυσμός του χορού («λούμπεν» και τραγικού συνάμα) στη «Στέλλα». Το ελληνικό αλλά και τόσο «παγκόσμιο» συρτάκι των Αντονι Κουίν και Αλαν Μπέιτς στον «Ζορμπά». Και ο ρυθμός των δύο αυτών ταινιών απόλυτα συντονισμένος με το δράμα τους. Δράμα που αγκαλιάζει τα θεμέλια της δυτικής μυθοπλασίας, αποκαλύπτοντας όμως έτσι και τις πραγματικές τις ρίζες. Αποτέλεσμα αυτής της επιτυχίας: η Μελίνα Μερκούρη έμεινε για πάντα Στέλλα και ο Αντονι Κουίν (ο οποίος ήταν… ιρλανδομεξικανικής καταγωγής) έμεινε για πάντα Ζορμπάς. Δηλαδή Ελληνας.
 
Μέσα από αυτούς τους μυθικούς χαρακτήρες, έτσι όπως αυτοί επαναβαπτίστηκαν στην κινηματογραφική κολυμπήθρα του Κακογιάννη, ο κόσμος ολόκληρος ανακάλυψε μια Ελλάδα που φαινόταν μυθική στο «σήμερά» της, δίχως δηλαδή να χρειαστούν κλεφτές ματιές στην Ιστορία.