Thu, 07 May 2026

Η Κυβέρνηση επιτακτικά και με πρόχειρο τρόπο επιθυμεί να επιβάλει το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για το 2011-2015. Ένα πλαίσιο που είναι λάθος εκ της αρχής. Ένα 2ο μνημόνιο πολύ πιο απάνθρωπο και ανθελληνικό από το πρώτο. Ένα πλαίσιο δέσμευσης της εθνικής κυριαρχίας για έναν και μόνο λόγο, να κερδηθεί χρόνος. Να κερδίσει χρόνο η κυβέρνηση μέχρι να δει τι μπορεί να κάνει απέναντι στους Έλληνες, να κερδίσουν χρόνο οι Ευρωπαίοι πολιτικοί που δεν ξέρουν πως θα ξεπεράσουν το πρόβλημα της διάλυσης του ευρώ και της μετάδοσης της κρίσης, να κερδίσουν χρόνο οι κάτοχοι ομολόγων που είναι κυρίως οι τραπεζικοί οργανισμοί.

Είναι αλήθεια ότι το κράτος έχει άμεση ανάγκη τα χρήματα από την 6η δόση που ήταν προγραμματισμένη για το Σεπτέμβριο και τελικά θα δοθεί τον Οκτώβριο. Όμως, θα έχουμε την ίδια ανάγκη και για την 7η και για την 8η δόση. Τα δανεικά αυτά, με τους όρους που μας δίνονται, δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως, αυξάνουν το χρέος, αυξάνουν τους τόκους, διαλύουν τον οικονομικό ιστό, εξανεμίζουν την όποια ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, μειώνουν το εισοδήματα του Έλληνα πολίτη, τον εξωθούν στην ανεργία και στην αναγκαστική μετανάστευση.

Το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρξει πρωτογενές πλεόνασμα το 2012. Πως όμως και με τι κόστος; Αυξάνοντας κατά πολύ περισσότερο τους τόκους και τα χρεολύσια και ταυτόχρονα μειώνοντας κατά ακόμη περισσότερο μισθούς και συντάξεις. Για παράδειγμα, για το 2011 σε σχέση με το 2010, για μία μεταβολή του πρωτογενούς αποτελέσματος κατά 4 δισ. ευρώ, από -6,2 δισ. ευρώ σε -2,1 δισ. ευρώ, απαιτούνται 2,5 δισ. ευρώ επιπλέον σε τόκους, 3,6 δισ. ευρώ επιπλέον σε χρεολύσια και 0,5 δισ. ευρώ σε απώλεια μισθών και συντάξεων.

Γιατί λοιπόν τόσο η κυβέρνηση όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας επιμένουν σε ένα πρόγραμμα δανεισμού που όλοι, ακόμη και αυτοί που το ψήφισαν, πιστεύουν ότι θα αποτύχει; Με τον δανεισμό της Ελλάδας, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί μετατρέπουν το χρέος του ελληνικού κράτους προς τους κατόχους ομολόγων, σε χρέος του ελληνικού κράτους προς τους δανειστές του. Η αποπληρωμή των ομολόγων που κατέχουν μεταξύ άλλων, η ΕΚΤ, οι γερμανικές, γαλλικές και ελληνικές τράπεζες, γίνεται μέσω των χρημάτων της δανειακής σύμβασης που υπέγραψε ο Κ. Παπακωνσταντίνου και θα συνεχίσει μέσω της 2ης δανειακής σύμβασης που είναι στον σχεδιασμό της κυβέρνησης. Τα χρήματα της δανειακής σύμβασης δίνονται στο ελληνικό κράτος μέσω της Τρόικας. Τα χρήματα αυτά όμως είναι χρήματα που έχουν λάβει η ΕΚΤ και οι χώρες που μας δανείζουν από τους φορολογούμενους πολίτες. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί ένα χρέος απέναντι στους πολίτες, και με τέτοιο κόστος δανεισμού που να κάνει την αποπληρωμή του αδύνατη. Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι τίποτα άλλο από έναν μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος από τους πολίτες προς τις τράπεζες.

Ακόμα και αν το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο υλοποιηθεί, τότε αυτό που θα επιτευχθεί -σύμφωνα με το ίδιο το μεσοπρόθεσμο- είναι ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 120% του ΑΕΠ το 2017, υποθέτοντας όμως πρωτογενές πλεόνασμα σταθερό στο 6% του ΑΕΠ και ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης 3% με 5%. Δεν έχουν περάσει παρά μερικές εβδομάδες, και ήδη εκτιμούμε για το 2012 ονομαστικό ρυθμό, όχι ανάπτυξης, αλλά ύφεσης και μάλιστα κάτω του -2%.

Ο διαρκής και ακριβός δανεισμός δεν αποτρέπουν την πτώχευση.  Όσο πρόβλημα έχει η χώρα που οφείλει, άλλο τόσο πρόβλημα έχουν αυτοί που δάνεισαν τη χώρα ή την χρέωσαν πουλώντας χρηματοοικονομικά προϊόντα που είτε δεν είχε ανάγκη, είτε ήταν προϊόντα με αμφισβητούμενη τιμή και αξία. Μόνο μία πολιτική λύση είναι εφικτή για μία χώρα σαν την Ελλάδα που το συνολικό εξωτερικό της χρέος είναι λιγότερο από το 4% του συνολικού εξωτερικού χρέους της Ευρωζώνης.

Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούμε να δεχτούμε την υποτέλεια της πατρίδας μας. Απαιτούμε να έχουμε πολιτικούς που δρουν όπως πρέπει, ως πατριώτες. Απαιτούμε ένα δημοσιονομικό πλαίσιο το οποίο θα επαναπροσδιορίσει τις δανειακές μας σχέσεις με τους εταίρους μας στην ΕΕ αλλά και τους υπόλοιπους δανειστές μας, ΔΝΤ, Κεντρικές Τράπεζες, και κατόχους ομολόγων. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε εφόσον οι εταίροι μας δεν αποφασίζουν ένα κοινό μέτωπο με την ελληνική κυβέρνηση για την οριστική αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης κρατικού χρέους, είτε αυτή η λύση ονομαστεί έκδοση ευρωομολόγου, αναμόρφωση χρέους, αναδιάρθρωση χρέους, επιμήκυνση χρέους, κοκ.

Γι΄ αυτό πρέπει η χώρα να προβεί σε απευθείας συζητήσεις με τους δανειστές και να συμφωνήσει το χρέος που οφείλει, σε πόσο χρόνο και με ποιο επιτόκιο θα το αποπληρώσει. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η σταδιακή μείωση του κόστους δανεισμού προς το ελληνικό κράτος. Επιχειρήματα της μορφής ότι το επιτόκιο δανεισμού θα είναι υψηλό λόγω της κακής κατάστασης της ελληνικής οικονομίας δεν πρέπει να στέκουν σε περιπτώσεις κρατών. Δεν πρέπει οι αγορές να αντιμετωπίζουν τα κράτη σαν τους ιδιώτες. Εάν η ΕΕ επιθυμεί την έξοδο από το αδιέξοδο, να συμφωνήσουμε μαζί της σε ένα κοινό πλάνο. Ειδάλλως να μην είμαστε εμείς αυτοί που θα επωμιστούν το σύνολο του χρέους. Εάν δεν μειωθεί το κόστος δανεισμού, ούτε οι θυσίες του ελληνικού λαού θα έχουν αποτέλεσμα, αλλά ούτε και η φορολογική επιβάρυνση των Ευρωπαίων πολιτών προκειμένου να μας δανείσουν τα κράτη τους.

Η παρούσα οικονομική κρίση, σύμφωνα με δηλώσεις κορυφαίων Ευρωπαίων αξιωματούχων, όπως ο κ. Τρισέ, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας τυχαίας φυσικής καταστροφής αλλά είναι πάνω απ’ όλα κρίση συστημική. Προ ολίγων ημερών, ο νομπελίστας Οικονομολόγος Joseph Stiglitz, και σύμβουλος του κ. Παπανδρέου, δήλωσε κάθετα αντίθετος στην πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας που εφαρμόζει η ελληνική κυβέρνηση ως απάντηση στην ύφεση. Τόνισε ότι η λιτότητα δεν είναι η απάντηση στην ανάγκη δημοσιονομικής σταθερότητας. Με την πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, η οικονομία βουλιάζει ολοένα και πιο βαθιά στην ύφεση. Ως Έλληνες, δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να οδηγήσει την Ελλάδα στο να πληρώσει το χρέος της κατάρρευσης του οικονομικού μοντέλου που βασίζεται στη συνεχή αναχρηματοδότηση του χρέους με ολοένα και υψηλότερο επιτόκιο με αποτέλεσμα τη δημιουργία ολοένα και μεγαλύτερου χρέους.

Ως οικονομολόγος προτείνω τους εξής άξονες που πρέπει να βασιστούν οι επόμενοι κρατικοί προϋπολογισμοί. Στον αφανισμό της διαφθοράς, στις ιδιωτικοποιήσεις αλλά όχι στο ξεπούλημα, στον επαναπατρισμό των κεφαλαίων που βρίσκονται στο εξωτερικό, στην επιβολή μόνο δίκαιων φόρων και μόνο με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, στην οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης, στην άρση όλων των περιορισμών που εμποδίζουν τους παράνομους μετανάστες να φύγουν από την χώρα. Ο επανασχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής απαιτεί άμεσες και γρήγορες ενέργειες με την συμμετοχή όλων των υγιών πολιτών και τεχνοκρατών. Αν δεν παρθούν γρήγορες αποφάσεις, ούτε το έλλειμμα θα μηδενιστεί, και το χρέος θα αυξάνεται έως ότου η χώρα οδηγηθεί σε αδιέξοδο.

Ένα χρόνο μετά από την εφαρμογή του μνημονίου είναι αποδεκτό ότι το μνημόνιο απειλεί να παρασύρει τη χώρα σε πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική τραγωδία. Το παρόν μνημόνιο σπρώχνει την χώρα στην άβυσσο της ύφεσης, αφού η εξοντωτική λιτότητα που επιβάλλει συνθλίβει τη ζήτηση και την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Σε ό,τι αφορά την κυβερνητική συναίνεση, οφείλουμε να τονίσουμε ότι όταν υπογραφόταν το μνημόνιο ουδέποτε ζητήθηκε η άποψη και η γνώμη των αρμόδιων θεσμικών φορέων, όπως είναι το ΟΕΕ.

Θα πρέπει λοιπόν να γίνουν αποτελεσματικά βήματα για να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο. Πρέπει να υπάρξει ένα κοινό μέτωπο, ένας συνολικός επανασχεδιασμός της εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής, και η συμμετοχή και υγιών τεχνοκρατών και πολιτών. Πρέπει να υπάρξει ένα κοινό μέτωπο των χωρών με υψηλά δημοσιονομικά χρέη όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Αν δεν ληφθούν δραστικές αποφάσεις, δυστυχώς το έλλειμμα δεν θα μηδενιστεί και το χρέος θα αυξάνεται έως ότου η χώρα οδηγηθεί για άλλη μια φορά σε αδιέξοδο.

* Ο κ. Πελοπίδας Καλλίρης είναι πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου της  Ελλάδας

http://www.capital.gr/