Thu, 11 August 2022

ΡΑΓΔΑΙΕΣ ανακατατάξεις προκαλεί στο εγχώριο πιστωτικό σύστημα το ενδεχόμενο κρατικοποίησης της συντριπτικής πλειονότητας των ελληνικών τραπεζών, ως αποτέλεσμα των αποφάσεων της πρόσφατης συνόδου κορυφής. Προσδιορίζοντας το μέγεθος των αλλαγών κορυφαίος τραπεζίτης τονίζει στην ΕΞΠΡΕΣ ότι τους επόμενους μήνες «θα δούμε εξελίξεις στο πιστωτικό σύστημα που μέχρι πρότινος ούτε καν είχαμε φανταστεί» και προσθέτει ότι σχήματα και συνδυασμοί που δεν συζητούνταν μέχρι πρόσφατα, αποτελούν πλέον υλικό ασκήσεων επί χάρτου που θα μετουσιωθούν σε πράξη αμέσως μετά τον Ιανουάριο.

Στο επόμενο δίμηνο υπάρχει δέσμευση να αποκρυσταλλωθούν οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του κατ’αρχήν haircut 50% που θα προσδιορίσει και αν το ποσοστό αυτό είναι στην πραγματικότητα εκείνο που θα βαρύνει τις απώλειες των τραπεζών ή εάν οι απώλειες τελικά θα εκτιναχθούν μέχρι και το 60%. Η εξέλιξη αυτή θα καθοριστεί, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, ανάλογα με το εάν το νέο 20ετές δάνειο, που θα αντικαταστήσει υφιστάμενα, έχει κουπόνι ή όχι και τι ύψος προεξόφλησης θα περιλαμβάνει.

Οι λεπτομέρειες θα είναι το στοιχείο που θα σταθμίσουν οι τράπεζες, όχι μόνο οι ελληνικές αλλά οι περίπου 400 που συμμετέχουν στο IIF (Διεθνής Eνωση Τραπεζών) προκειμένου στη συνέχεια να δεσμευτούν για το εάν θα υπαχθούν στο εθελοντικό haircut οπότε και θα κριθεί εάν η ρύθμιση θα χαρακτηριστεί πιστωτικό γεγονός ή όχι. Σημειώνεται ότι με τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, οπότε το haircut ανερχόταν στο 21%, δεν συγκεντρώθηκε παρά μόνο 70% συμμετοχή.

Βεβαίως στην παρούσα ρύθμιση πολιτικοί παράγοντες θεωρούν ότι θα γίνει δεκτό ένα haircut της τάξης του 50% (που στην πράξη για τις τράπεζες μπορεί να σημαίνει ακόμη και 60%) διότι υπάρχει η απειλή να επιβληθεί το «κούρεμα» παρά το κόστος της ενέργειας αυτής, που λόγω του μη εθελοντικού χαρακτήρα θα θεωρούνταν χρεοκοπία και θα συνεπγόταν αποκλεισμό της χώρας από τις αγορές.

Φτάνουν τα 30 δισ. ευρώ;

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, οι εγχώριες τράπεζες από το “κούρεμα” του 50% θα υποστούν απομειώσεις από 17 έως 19 δισ. ευρώ, ενώ ο επερχόμενος “λογαριασμός” από την BlackRock θα εμπεριέχει άλλα 10 δισ. (πλέον αισιόδοξο σενάριο), πράγμα που σημαίνει ότι τα 30 δισ. του ΤΧΣ μόλις που φθάνουν. Και βέβαια μέχρι αυτή τη στιγμή και σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα γίνει με κοινές μετοχές (παρά τις προσπάθειες των τραπεζιτών να εξαντλήσουν τα περιθώρια για προνομιούχες) με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω και παρά τις προσπάθειες που θα καταβάλουν οι ελληνικές τράπεζες είτε με την απομόχλευση στοιχείων ενεργητικού (περιορισμός δανείων) είτε με την πώληση τραπεζικών και εξωτραπεζικών δραστηριοτήτων, δεν θα συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια για να φτάσουν σε δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Core Tier 1 10% και θα πρέπει να προχωρήσουν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, για τις οποίες προς το παρόν εμφανίζεται ανύπαρκτο ενδιαφέρον για κάλυψη από τους αναδόχους.

Αλλά και εάν ακόμη επιχειρηθεί αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, αυτή θα είναι για σχετικά μικρό ποσό, οπότε για το υπόλοιπο των κεφαλαίων που θα χρειαστούν, οι τράπεζες θα πρέπει να απευθυνθούν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο, μέσω του ΤΧΣ και της αύξησης κεφαλαίου, θα γίνει κύριος μέτοχος αφού θα αγοράσει κοινές μετοχές σε τιμή πολύ χαμηλή. Σύμφωνα μάλιστα με τραπεζικούς αναλυτές αλλά και με τα σημερινά δεδομένα της χρηματιστηριακής αγοράς, η τιμή στις αυξήσεις κεφαλαίου για πολλές τράπεζες θα είναι της τάξης των 50 λεπτών ανά μετοχή, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να αποκτήσει πλειοψηφικό ποσοστό στις τράπεζες, με ελάχιστα ουσιαστικά κεφάλαια.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το Δημόσιο υποχρεούται να αξιοποιήσει τα ποσοστά που θα ελέγχει στις τράπεζες, μετά την υπαγωγή των τελευταίων στο ΤΧΣ, εντός 2 ετών, γεγονός που ανοίγει διάπλατα την πόρτα τόσο για μεγάλες μετοχικές ανακατατάξεις στις τράπεζες σε επίπεδο βασικών μετόχων όσο βεβαίως και για σημαντικές διοικητικές αλλαγές.

Ως εκ τούτου δεν αποκλείεται οι τελευταίες εξελίξεις να προκαλέσουν νέες συγχωνεύσεις στο πιστωτικό σύστημα αν κριθεί ότι ένα μεγαλύτερο σχήμα μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τις νέες κεφαλαιακές ανάγκες που προέκυψαν.

Η ενδεχόμενη αδυναμία των τραπεζών να επανεισφέρουν στο ΤΧΣ τα κεφάλαια εντός διετίας θα σηματοδοτήσει τη «μεταβολή του σημερινού μετοχικού status quo» των τραπεζών.

http://www.express.gr/