Πυρετώδεις είναι οι διεργασίες με βασική διακύβευση τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα κι όλα τα ενδεχόμενα να παραμένουν ανοικτά. Στις συναντήσεις των στελεχών του υπουργείου Εργασίας με τα τεχνικά κλιμάκια της Τρόικας των δανειστών, εκτός από την ανταλλαγή στοιχείων, κυρίως όσον αφορά την πτωτική πορεία του κόστους εργασίας στην Ελλάδα, τους τελευταίους 20 μνημονιακούς μήνες, οι δύο πλευρές φαίνεται πως παραμένουν αμετακίνητες στις θέσεις τους. Έτσι, το βάρος έχει πέσει στις διαπραγματεύσεις του πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στις αποφάσεις των πολιτικών αρχηγών που συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Για το λόγο αυτό άλλωστε, φαίνεται πως καθυστερεί το ραντεβού μεταξύ της ηγεσίας των εκπροσώπων της Τρόικας με τον υπουργό Εργασίας Γιώργο Κουτρουμάνη. Ο οποίος, αναμένει κι αυτός τις εξελίξεις ώστε να μεταφέρει στους δανειστές «τις κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης». Όλα φαίνεται πως θα κριθούν την Τετάρτη, στη νέα σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, ενώ την ίδια ημέρα αναμένεται να πραγματοποιηθεί και νέα, επίσημη συνάντηση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Από αυτή, τη δεύτερη συνάντηση δεν αναμένονται και πολλά, καθώς μπορεί η κυβέρνηση να κερδίζει χρόνο στις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα αναμένοντας το αποτέλεσμα του κοινωνικού διαλόγου, όμως λίγο – πολύ το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο, αφού επισήμως, δεν υπάρχει συμφωνία για τη μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
Άλλωστε, η ΓΣΕΕ φαίνεται πως αποκτά ένα σύμμαχο επιπλέον, το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού, που βρίσκεται υπό την εποπτεία του υπουργείου Εργασίας. Στη μελέτη του δρ. Σταύρου Π. Γαβρόγλου, διευθυντή του Ινστιτούτου που βρίσκεται ήδη στα χέρια των τροϊκανών, καταγράφεται με τον πλέον επιστημονικό τρόπο, η σημαντική μείωση του κόστους εργασίας μετά το α’ τρίμηνο του 2010, που αντιστρέφει τη μέχρι τότε αυξητική του πορεία και μετατρέπει την Ελλάδα από φιναλίστ Ευρώπης στην αύξηση του κόστους εργασίας σε πρωταθλήτρια στη μείωσή του.
Για το σύνολο της οικονομίας (πλην του κλάδου Γεωργία, αλιεία & κτηνοτροφία), όπου απασχολούνται 3.646.500 άτομα από τους συνολικά 4.156.300 απασχολούμενους στη χώρα, το συνολικό κόστος εργασίας, το κόστος των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων (ΤΑ), το κόστος των συνολικών αποδοχών των εργαζομένων (ΣΑ) που συμπεριλαμβάνουν τις έκτακτες αμοιβές και τα μπόνους, και του μη μισθολογικού κόστους (ΜΜΚ) που αναφέρεται στις εργοδοτικές εισφορές, παρουσιάζουν μετά το α’ τρίμηνο του 2010 σημαντική μείωση. Τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των τεσσάρων δεικτών-διαστάσεων του κόστους εργασίας παρουσιάζει το μη μισθολογικό κόστος (εργοδοτικές εισφορές).
Συγκεκριμένα, ο δείκτης συνολικού κόστους εργασίας ξεκίνησε από τις 99,9 μονάδες (μέσος όρος του 2008 = 100 μονάδες βάσης) το α’ τρίμηνο του 2008, κορυφώθηκε στις 107,7 μονάδες το α’ τρίμηνο του 2010, για να πέσει στις 92,3 μονάδες το γ’ τρίμηνο του 2011. Ο δείκτης του μη μισθολογικού κόστους εργασίας, δηλαδή οι εργοδοτικές εισφορές, παρουσιάζει παρόμοια αλλά οξύτερη διακύμανση. Το α’ τρίμηνο του 2008 ο δείκτης των εργοδοτικών εισφορών ήταν στις 98 μονάδες, το α’ τρίμηνο του 2010 ανήλθε στις 108,8 μονάδες, για να μειωθεί μέχρι το γ’ τρίμηνο του 2011 στις 87,8 μονάδες. Ο δείκτης κόστος εργασίας δίχως τις έκτακτες αμοιβές ξεκίνησε από τις 98,4 μονάδες το α’ τρίμηνο του 2008, έφτασε τις 100,1 μονάδες το α’ τρίμηνο του 2010, για να μειωθεί στις 93,2 μονάδες το γ’ τρίμηνο του 2011. Μεγαλύτερες ήταν οι διακυμάνσεις των συνολικών μισθών (τακτικοί μισθοί και έκτακτες αμοιβές όπως υπερωρίες κ.λπ.): το α’ τρίμηνο του 2008 ο δείκτης ήταν στις 99,9 μονάδες, ανήλθε στις 107,6 μονάδες το α’ τρίμηνο του 2010, για να μειωθεί στις 94,6 μονάδες το γ’ τρίμηνο του 2011.
Δηλαδή οι συνολικές αποδοχές των μισθωτών από το α’ τρίμηνο του 2010 έως το γ’ τρίμηνο του 2011 μειώθηκαν κατά 12,1%.
Στη μελέτη επισημαίνεται πως ενώ το συνολικό κόστος εργασίας υποχώρησε κατά 14,3% κατά την περίοδο α’ τρίμηνο 2010 – γ’ τρίμηνο 2011, σε ορισμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας η μείωση είναι υπερδιπλάσια από ό,τι σε άλλους. Οι κλάδοι με τις αναλογικά μεγαλύτερες μειώσεις του συνολικού κόστους εργασίας είναι τα Ξενοδοχεία και Εστιατόρια (-32,5%), η Παροχή νερού και Επεξεργασία λυμάτων (-28,9%) και η Παροχή ρεύματος και φυσικού αερίου (-24,7%). Αντίθετα, τη μικρότερη μείωση του συνολικού κόστους εργασίας σημείωσαν οι κλάδοι της Δημόσιας διοίκησης, άμυνας και κοινωνικής ασφάλισης (-9,3%), της Μεταποίησης (-11,2%) και του Εμπορίου και Επισκευής οχημάτων (-12,6%).
Εάν εστιάσουμε στις δύο κυριότερες επιμέρους διαστάσεις του συνολικού κόστους εργασίας, δηλαδή στους δείκτες του μη μισθολογικού κόστους και στους δείκτες των συνολικών μισθολογικών (τακτικών και έκτακτων) δαπανών, τότε παρατηρούνται ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Σε όλους σχεδόν τους κλάδους (εκτός της Παροχής νερού και των Επαγγελματικών, επιστημονικών & τεχνικών δραστηριοτήτων) το μη μισθολογικό κόστος υποχώρησε αναλογικά περισσότερο από ό,τι οι συνολικοί μισθοί (-19,3% έναντι -12,1%). Στο σύνολο της χώρας, το μη μισθολογικό κόστος υποχώρησε κατά 19,3%, ενώ οι συνολικοί μισθοί υποχώρησαν κατά 12,1%. Η μεγαλύτερη μισθολογική μείωση σημειώνεται στον κλάδο των Ξενοδοχείων -Εστιατορίων (-30,4%) και η μικρότερη στη Δημόσια διοίκηση, άμυνα – κοινωνική ασφάλιση (-5,6%). Ενώ στους περισσότερους κλάδους οι εργοδοτικές εισφορές μειώνονται περίπου στον ίδιο βαθμό με τους συνολικούς μισθούς, στον κλάδο της Δημόσιας διοίκησης όπως και του Εμπορίου η μείωση των εργοδοτικών εισφορών είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των μισθών: -15,4% έναντι -5,6% στην πρώτη περίπτωση, και -23,9% έναντι -9,9% στη δεύτερη.
Αναλυτικά στοιχεία ανά κλάδο
Η μείωση του κόστους εργασίας που παρατηρείται στην ελληνική οικονομία μετά την υπογραφή του Μνημονίου δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Τη μεγαλύτερη μείωση του κόστους εργασίας παρουσιάζουν ο κλάδοι των Καταλυμάτων και Εστίασης, όπου το γ’ τρίμηνο του 2011 το συνολικό κόστος εργασίας ήταν 32,5% χαμηλότερο από το α’ τρίμηνο του 2010. Ακολουθούν οι κλάδοι της Παροχής ηλεκτρικού και Παροχής νερού, όπου το συνολικό κόστος εργασίας, ξεκινώντας από ένα σχετικά υψηλό επίπεδο, μειώθηκε κατά 24,7% και 28,9%, αντίστοιχα. Η μικρότερη μείωση του συνολικού κόστους εργασίας σημειώνεται στον κλάδο της Δημόσιας διοίκησης και στον κλάδο της Μεταφοράς & Αποθήκευσης, όπου το συνολικό κόστος εργασίας μειώθηκε κατά 9,2% και 10,7%, αντιστοίχως.
1. Στον κλάδο Μεταποίηση απασχολούνται περί τις 417.000 άτομα. Το συνολικό κόστος εργασίας το γ’ τρίμηνο του 2011 είναι χαμηλότερο από το α’ τρίμηνο του 2010 κατά 11,2%. Ο κλάδος ξεχωρίζει για τη σχετικά μεγάλη διαφορά που παρουσιάζει μεταξύ των τακτικών και των συνολικών αποδοχών.
2. Στον κλάδο Κατασκευές απασχολούνται 262.200 άτομα. Λόγω της εποχικότητας του κλάδου σημειώνονται μεγάλες αυξομειώσεις του κόστους εργασίας από τρίμηνο σε τρίμηνο. Παρά τη μικρή αύξηση που σημειώνεται ως προς το έτος βάσης (κυρίως με τη μορφή έκτακτων αμοιβών), μετά το α’ τρίμηνο του 2010 η τάση για το κόστος εργασίας και στον κλάδο αυτό είναι πτωτική. Μεταξύ α’ τριμήνου 2010 και γ’ τριμήνου 2011 το συνολικό κόστος εργασίας μειώθηκε κατά 13,9%.
3. Ο κλάδος Χονδρικό & λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων & μοτοσικλετών είναι ο μεγαλύτερος της οικονομίας, και απασχολεί 772.900 άτομα. Το κόστος εργασίας στο Εμπόριο «αντιστάθηκε» στη γενική τάση μείωσής του για μερικά τρίμηνα, αλλά μειώθηκε δραστικά κατά το β’ τρίμηνο του 2011, και κατά το γ’ τρίμηνο βρισκόταν 14,1% χαμηλότερα από το α’ τρίμηνο του 2010.
4. Ο κλάδος Δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών καταλύματος & εστίασης (μέχρι πρότινος γνωστός ως Ξενοδοχεία-εστιατόρια) απασχολεί 303.800 άτομα. Παρουσιάζει ατακόρυφη μείωση του κόστους εργασίας: από το α’ τρίμηνο του 2010 έως το γ’ τρίμηνο του 2011 το συνολικό κόστος εργασίας υποχώρησε κατά 32,5%, οι μισθοί (τακτικές και έκτακτες αμοιβές) υποχώρησαν κατά 30,4%, οι τακτικές αποδοχές κατά 26,5%, ενώ ακόμα περισσότερο μειώθηκε το μη μισθολογικό κόστος, κατά 36,2%.
5. Ο κλάδος Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού κλιματισμού απασχολεί 22.700 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία απασχολούνται σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το συνολικό κόστος εργασίας ακολουθεί, με μια διακύμανση το α’ τρίμηνο του 2011, πτωτική πορεία, και βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του 2008.
6. Ο κλάδος Παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων, διαχείριση αποβλήτων & δραστηριότητες εξυγίανσης απασχολεί 28.100 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία απασχολούνται σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το κόστος εργασίας στον κλάδο ακολουθεί πτωτική πορεία, με εξαίρεση τις εργοδοτικές εισφορές.
7. Στον κλάδο Ενημέρωση & επικοινωνία απασχολούνται 79.500 άτομα. Το κόστος εργασίας παρουσιάζει σημαντική μείωση από το α’ τρίμηνο του 2010. Κατά το γ’ τρίμηνο του 2011 βρισκόταν στις 102,6 μονάδες, από τις 122,5 μονάδες που είχε φθάσει το α’ τρίμηνο του 2010.
8. Στον κλάδο Χρηματοπιστωτικές & ασφαλιστικές δραστηριότητες απασχολούνται 111.900 άτομα. Το κόστος εργασίας παρουσιάζει σημαντική μείωση μεταξύ α’ και β’ τριμήνου του 2010, παραμένει σχεδόν αμετάβλητο για τρία τρίμηνα, αλλά υποχωρεί κατά το γ’ τρίμηνο για να βρεθεί σε επίπεδα μειωμένα κατά 13,1% χαμηλότερα από το α’ τρίμηνο του 2010. Σημειώνεται ότι από το 2008 και μετά οι τακτικοί μισθοί φαίνεται να μεταβάλλονται λιγότερο από τους συνολικούς, λόγω της αυξημένης αναλογίας έκτακτων-τακτικών αμοιβών στον κλάδο.
9. Ο κλάδος Επαγγελματικές, επιστημονικές & τεχνικές δραστηριότητες απασχολεί 212.400 άτομα. Στον κλάδο αυτό το συνολικό κόστος μειώθηκε σχετικά λίγο τον τελευταίο χρόνο, έτσι ώστε κατά το γ’ τρίμηνο του 2011 να βρίσκεται στις 97,4 μονάδες του δείκτη. Όπως και στον κλάδο των Χρηματοπιστωτικών & ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, έτσι και εδώ, σε σχέση με το 2008, οι συνολικές αποδοχές βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα από τους τακτικούς μισθούς.
10. Ο κλάδος Εκπαίδευση απασχολεί 313.000 άτομα, από τα οποία περίπου το 1/3 εργάζεται σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα. Παρουσιάζεται μεγάλη διακύμανση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας. Το συνολικό κόστος εργασίας κατά το γ’ τρίμηνο του 2011 είναι 25,8 μονάδες χαμηλότερο σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2010 (μεταβολή -23,7%) και 16,9 μονάδες χαμηλότερο σε σχέση με το έτος βάσης 2008.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μελέτη, αν εξετάσουμε την εξέλιξη του κόστους εργασίας σε σταθερές (ή «πραγματικές») τιμές, δηλαδή εάν «αποπληθωρίσουμε» το κόστος εργασίας με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ, καταλήγουμε σε αρκετά διαφορετική εικόνα. Η μείωση του πραγματικού κόστους εργασίας στο σύνολο της οικονομίας, πλην γεωργίας, ακολουθεί μια περισσότερο αρνητική πορεία από ό,τι ο ονομαστικός δείκτης κόστους εργασίας που εξετάστηκε προηγουμένως. Έτσι, ενώ η μείωση του δείκτη συνολικού κόστους εργασίας από το α’ τρίμηνο του 2010 έως το γ’ τρίμηνο του 2011 ήταν, σε ονομαστικές τιμές, της τάξεως του 14,3%, η αντίστοιχη μεταβολή σε πραγματικές τιμές ήταν της τάξεως του -19,9%, κυμαινόμενη σε ετήσια βάση μεταξύ -4,8% και -14,5%.
Πηγή:www.capital.gr