Sun, 03 May 2026

της Γιώτας Φλώρου

Τα τακούνια της ακούστηκαν στον ήσυχο δρόμο. Ξημερώματα Κυριακής. Πέντε το πρωί. Η οδός Καλλιδρομίου ακόμη ονειρευόταν. Πίσω από τα κλειστά παράθυρα και τις κλειστές πόρτες, τα όνειρα γεννιούνταν και πέθαιναν κάτω από τα κλειστά βλέφαρα. Τα όνειρα των μοναχικών, τα όνειρα των ζευγαριών, τα όνειρα των παιδιών. Τα δικά της όνειρα θα άρχιζαν μόλις θα έφτανε στο σπίτι της, στο υπόγειο της τριώροφης πολυκατοικίας.

Ένας άντρας γύρω στα σαράντα είχε μετακομίσει στον τρίτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας. Είχε ρωτήσει τον θυρωρό για τους υπόλοιπους ενοίκους. Του είπε, βεβαίως, και για εκείνη. Εκείνα τα ξημερώματα, ήταν έξω στο μπαλκόνι και την περίμενε να εμφανιστεί. Ο θυρωρός του είχε πει τυχαία τι ώρα περίπου επέστρεφε. Εκείνος ήξερε ότι δεν θα την πετύχαινε ποτέ άλλοτε με τα ωράρια που είχε. Εκείνος, άνθρωπος της μέρας από παιδί, είχε μια έμφυτη περιέργεια για τα πλάσματα της νύκτας. Όσους έβγαιναν την ώρα που η πόλη φαινομενικά κατέβαζε τους ρυθμούς της για να υποδεχτεί στην σκοτεινή αγκαλιά της τα δικά της βασανισμένα πλάσματα.

Την έλεγαν Στέλλα. Δεν ήταν αυτό το πραγματικό της όνομα. Ήταν το όνομά της πρωταγωνίστριας, στην αγαπημένη της ελληνική ταινία, τη «Στέλλα» του Κακογιάννη. Άλλωστε, το επάγγελμά της, το αρχαιότερο από όλα, ευνοούσε το ψέμα, το παραμύθιασμα. Όταν είχε πρωτοέρθει στην Καλλιδρομίου είχε ακούσει να λένε ότι στο τέλος αυτού του δρόμου είχε γυριστεί η τελευταία σκηνή της «Στέλλας». Αναρωτήθηκε αν εκείνη είχε διαλέξει τον δρόμο που θα έμενε ή συνέβη το αντίστροφο. Την είδε, λοιπόν. Και η Στέλλα τον πρόσεξε. Την ώρα που επέστρεφε τις Κυριακές κανείς δεν ήταν ξύπνιος. Σήκωσε το κεφάλι και του έριξε μια ματιά. Εκείνος πρόλαβε να δει φευγαλέα το πρόσωπό της και αφού ικανοποίησε την περιέργεια του μπήκε στο διαμέρισμα να συνεχίσει τον ύπνο του.

Μια εβδομάδα αργότερα. Ξημερώματα Κυριακής. Το αυτοκίνητο τον άφησε στην είσοδο. Το αποψινό ξενύχτι τον είχε διαλύσει. Πάτησε το κουμπί του ασανσέρ και κοίταξε το ρολόι του. Πέντε παρά είκοσι. Να είχε γυρίσει άραγε η Στέλλα; Θα ήθελε πολύ να την περιμένει, να της μιλήσει, έστω και λίγο. Μπήκε στο ασανσέρ. Είχε αποφασίσει να μην την περιμένει. Κάποια άλλη φορά ίσως.

Τα τακούνια της ακούστηκαν στον άδειο δρόμο. Είδε δυο άντρες να την πλησιάζουν. Τι ήθελαν τέτοια ώρα στην γειτονιά της οι σωματοφύλακες του αφεντικού της; Της μιλούσαν επιθετικά. Της είπαν ότι εδώ και αρκετό καιρό το αφεντικό είχε υποψιαστεί ότι δεν του έδινε τα χρήματα που του αναλογούσαν. Μέχρι τον τρίτο όροφο ακούστηκαν οι φωνές της και οι απειλές τους. Και ύστερα οι τρεις πυροβολισμοί.

Πλησίαζε πέντε και η οδός Καλλιδρομίου κοιμόταν και έβλεπε εφιάλτες. Ο άντρας του τρίτου ορόφου άκουσε τους πυροβολισμούς και ζαλισμένος, όπως ήταν, κατέβηκε γρήγορα κάτω. Όταν έφτασε κοντά της ήταν ήδη αργά. Οι πόρτες και τα παράθυρα του δρόμου άνοιξαν. Κόσμος άρχισε να έρχεται προς το μέρος τους. Τον ρωτούσαν τι είχε συμβεί. Δεν απαντούσε. Ήθελε να φωνάξει στον εαυτό του ότι αν την περίμενε λίγα λεπτά παραπάνω, μπορεί να προλάβαινε.

Μα, δεν ήταν κανείς στον δρόμο να της φωνάξει «Στέλλα, φύγε!».

Index_Page