«Αν κολυμπάς με καρχαρίες κάποιες στιγμές θα νιώθεις και τα δόντια τους». Τάδε έφη Χάντερ Τόμπσον, πρωτοπόρος της νέας δημοσιογραφίας που μέσω αυτού άρχισε να γεννιέται στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και έγινε γνωστή με το παρατσούκλι «Gonzo journalism». Ο δημοσιογράφος δεν είναι πια μόνον ο παρατηρητής που καταγράφει τα γεγονότα αλλά είναι και ο άνθρωπος που συμμετέχει ενεργά σ’ αυτά, ρισκάρει, κινδυνεύει, μάχεται, ματώνει_ με μια λέξη βιώνει.
Θρύλος για τα άρθρα του στο περιοδικό Rolling Stone, ο Χάντερ Τόμπσον _που αυτοκτόνησε το 2005_ έζησε απίστευτες καταστάσεις προκειμένου να τις περάσει στο χαρτί, είτε δοκιμάζοντας κάθε μορφή τοξικές ουσίες που υπήρχε στον πλανήτη είτε τρώγοντας ξύλο από τους Αγγέλους της Κολάσεως, είτε περνώντας ατέλειωτες νύχτες στα κρατητήρια και στις αίθουσες των δικαστηρίων.
Το «Μεθυσμένο ημερολόγιο» («Rum diary») που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ, γράφτηκε πολύ πριν από το διασημότερο βιβλίο του Τόμπσον, το «Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας», που έγινε ταινία από τον Τέρι Γκίλιαμ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με τον Τζόνι Ντεπ στον ρόλο του συγγραφέα.
Εν μέρει αυτοβιογραφικό το «Μεθυσμένο ημερολόγιο» γράφηκε το 1959 όταν ο Τόμπσον εργαζόταν ως συντάκτης της εφημερίδας «Σαν Χουάν» στο Πουέρτο Ρίκο, όπου λαμβάνει χώρα και η ταινία του Μπρους Ρόμπινσον με πρωταγωνιστή τον Ντεπ στον ρόλο του δημοσιογράφου Πολ Κεμπ, alter ego φυσικά του ιδίου του Τόμπσον.
Πολλά και διάφορα θα συμβούν κατά τη διάρκεια παραμονής του Κεμπ στο Πουέρτο Ρίκο και το σημαντικότερο θα είναι η εμπλοκή του σε μια υπόθεση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων πίσω από την οποία βρίσκεται ο αμερικανικός δάκτυλος, ένας παμπόνηρος «κακός» αμερικανός (Ααρον Εκχαρτ) ο οποίος εκμεταλλεύεται τον τοπικό πλούτο με τη βοήθεια της κυβέρνησής του.
Ανάμεσα σε μια εφημερίδα που αργοπεθαίνει, σε κοκορομαχίες μέχρι τελικής πτώσης, σε έναν έρωτα που μοιάζει αδιέξοδος και το κυριότερο σε… τόνους αλκοολούχων ποτών, ο Κεμπ/ Τόμπσον θα αποκτήσει αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένος: Φωνή από μελάνι και οργή. «Οσμίζομαι τη μυρωδιά των καθαρμάτων», λέει κάποια στιγμή. «Είναι και της αλήθειας. Μυρίζω μελάνι».
Η ταινία σηματοδοτεί την επιστροφή στην κινηματογραφική σκηνοθεσία του Μπρους Ρόμπινσον, ενός βρετανού σκηνοθέτη που παρά το super cult δημιούργημά του στη δεκαετία του ’80 «Ο φίλος μου κι εγώ», εν συνεχεία εξαφανίστηκε. Κάπου στο Χόλιγουντ ο Ρόμπινσον έχασε τον δρόμο του αλλά τώρα είναι σαφές ότι τον ξαναβρήκε βγάζοντας μια ατμοσφαιρική παρακμή του εξωτικού και συγχρόνως λούμπεν Πουέρτο Ρίκο.
Χωρίς ποτέ να γίνεται νοσταλγικό ή επίπλαστο, το «Μεθυσμένο ημερολόγιο» μια διασκεδαστική, σχεδόν …μεθυστική εμπειρία με τον Ντεπ (φαν του Τόμπσον) σε συγκρατημένο παίξιμο, πλαισιωμένο από ένα όμορφο καστ στους ρόλους των συναδέλφων του στην εφημερίδα (Τζιοβάνι Ρίμπισι, Ρίτσαρντ Τζέσνκινς, Μάικλ Ρισπόλι).
Βαθμολογία: 3
Αίθουσες: ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΑΕΛΛΩ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ – ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ – ODEON STARCITY – ODEON EMBASSY – VILLAGE MALL – VILLAGE PΕΝΤΗ – VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ – VILLAGE ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ – VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ – STER ΙΛΙΟΝ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΝΑΝΑ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ- ΕΤΟΥΑΛ ΚΑΛΙΘΕΑ – ΧΟΛΑΡΓΟΣ – ΦΟΙΒΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ -ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ Ν. ΣΜΥΡΝΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ VILLAGE – ODEON ΠΛΕΥΑΙ – STER CENTURY
Ασκηση ύφους με αρκετή φλυαρία
Η επίδειξη ύφους είναι το βασικό πρόβλημα της ταινίας «Cafι de flore» που γύρισε ο Καναδός σκηνοθέτης Ζαν Μαρκ Βαλέε, αρκετά χρόνια μετά το (επίσης επιδειξιομανές ντεμπούτο του στο υπερτιμημένο «C.R.A.Z.Y.») Θα περάσει αρκετή ώρα για να αντιληφθούμε ότι παρακολουθούμε δυο (αν όχι τρεις) ιστορίες ανάμεσα σε ατελείωτα, φλου αρτιστίκ πλάνα διάσπαρτων σκηνών, κάτω από τους ήχους άλλοτε του κομματιού που αναφέρεται στον τίτλο άλλοτε των Pink Floyd και άλλοτε super techno κομματιών.
Στην πραγματικότητα ο Βαλέε έχει δυο απλούστατες ιστορίες στα χέρια του αλλά για κάποιο λόγο δείχνει αποφασισμένος να τις παρουσιάσει όσο πιο μπερδεμένα γίνεται. Περιέργως, οι ιστορίες από μόνες τους έχουν αρκετό ενδιαφέρον. Η μια αφορά μια γυναίκα (Βανέσα Παραντί) που προσπαθεί να μεγαλώσει μόνη το λατρεμένο «μογγολάκι» της και η άλλη έχει βασικό ήρωα έναν σταρ dj με διαλυμένη ζωή καθώς έχει παρατήσει την σύζυγο και τα δυο του παιδιά για τα μάτια μιας σούπερ ξανθιάς.
Αν ξεπεράσετε την δαιδαλώδη εξέλιξη της πρώτης ώρας θα δείτε ότι αργότερα η ταινία αρχίζει σιγά -σιγά να στρώνει, να αποκτά ολοκληρωμένη μορφή και να γίνεται λιγότερο σπαζοκεφαλιά απ’ όσο χρειαζόταν να είναι στο πρώτο μισό της. Ομως η φλυαρία του πρώτου μέρους έχει ήδη κάνει το κακό.
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ΙΝΤΕΑΛ – ΑΒΑΝΑ – ΑΤΤΑΛΟΣ – ΓΑΛΑΞΙΑΣ – ΔΙΑΝΑ
Dead man walking
Με το «Οσλο 31 Αυγούστου» («Oslo, August 31st») ο νορβηγός σκηνοθέτης Γιοακίν Τρίερ (καμία σχέση με τον Λαρς) αποπειράθηκε το εκσυγχρονισμένο ριμέικ της κλασικής ταινίας του Λουί Μαλ «Η φλόγα που τρεμοσβήνει» (παραγωγή του 1963) που με την σειρά της ήταν μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Πιερ Ντριού Λα Ροσέλ που εκδόθηκε το 1931.
Στην αρχή ακούμε ανθρώπους σε off αφήγηση να μιλούν για τις εμπειρίες τους από το Οσλο ενώ ο φακός καταγράφει στιγμές από την καθημερινότητα της νορβηγιοκής πρωτεύουσας. Αργότερα η ταινία θα εστιάσει σιγά -σιγά στο θέμα της, την μοναχική πορεία ενός νεαρού που βγαίνει από το ίδρυμα απεξάρτησης ναρκομανών και κατά την διάρκεια μιας ημέρας, της ημέρας που δηλώνει ο τίτλος, προσπαθεί να πιαστεί από κάπου για να αρχίσει από το μηδέν την ζωή του.
Δεν είναι εύκολο αλλά φυσικά κανείς δεν είπε ότι θα είναι. Ο φίλος του, επίσης πρώην ναρκομανής, τον αγαπά αλλά έχει πια την ζωή του με γυναίκα και παιδί. Η αδελφή του δεν θέλει να τον δει και στέλνει αντιπρόσωπο στην θέση της. Η προοπτική της δουλειάς βοηθού αρχισυντάκτη που πρόκειται να πιάσει (γιατί έχει ταλέντο και φαντασία) σκάει σαν βόμβα όταν ανακοινώνει ότι υπήρξε εξαρτημένος από τα ναρκωτικά.
Με άλλα λόγια παρακολουθούμε το 24ωρο ενός dead man walking γιατί δεν θα χρειαστεί και πολλή ώρα για να αντιληφθούμε ότι ο δρόμος αυτού του παιδιού δεν έχει, δυστυχώς, επιστροφή. Το φιλμ σε κρατά από κοντά χάρη στην νευρώδη και αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία του μα και την χαμηλότονη ερμηνεία του Αντερς Ντάνιελσεν Λιε που χωρίς να δείχνει ότι καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια κατορθώνει να πλάσει το σκίτσο ενός γνήσια τραγικού ανθρώπου.
Βαθμολογία: 3
Αίθοσυες: ΑΣΤΥ
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ
Μπουνιουέλ και Νταλί σε ενιαίο πρόγραμμα
Σε ειδικό πρόγραμμα δυο προβολών του Capitol Ζέφυρος, προβάλλονται οι ταινίες των Λουίς Μπουνιουέλ – Σαλβαδόρ Νταλί «Ο Ανδαλουσιανός σκύλος» («Un cien andalou», 1929, Γαλλία) και «Η εποχή του χρυσού» («L’ age d’ or», 1930, Γαλλία).
Κινηματογραφική ανάπλαση ονείρων των Μπουνιουέλ και Νταλί, ο «Ανδαλουσιανός σκύλος» (αριστερά) αποτελεί συρραφή φαινομενικά ασύνδετων και αισθητικά προκλητικών σκηνών, οι οποίες έχουν κατά καιρούς ερμηνευτεί ως αλληγορίες, συχνά υπό το πρίσμα των φροϋδικών θεωριών. Παραμένει το υπέρτατο εκπόνημα της σουρεαλιστικής κινηματογραφικής δραστηριότητας των Μπουνιουέλ-Νταλί στη σφαίρα του ασυνείδητου.
Η «Εποχή του Χρυσού» (διάρκειας 60′) έχει κοινά στοιχεία με τον «Ανδαλουσιανό σκύλο» και παρότι αναφέρεται στον έρωτα ενός ζευγαριού δεν ακολουθεί μια λογική σειρά γεγονότων και καταλήγει σε αδυσώπητη επίδειξη των επαναστατικών ιδεών των δυο καλλιτεχνών. Μάλιστα, στην πρώτη δημόσια προβολή της τον Οκτώβριο του 1930 προκάλεσε αντιδράσεις, οι οποίες οδήγησαν τελικά στην απαγόρευσή της, όταν μέλη της εθνικιστικής γαλλικής Πατριωτικής Νεολαίας, διέκοψαν την προβολή της προκαλώντας βανδαλισμούς.
Βαθμολογία: 4 και στις δυο ταινίες