Wed, 05 October 2022

Το νέο «εργατικό» δίκαιο ή από τους θεσμούς του κοινωνικού συμβιβασμού στο δίκαιο της σύγκρουσης.

 Του Δικηγόρου Τάσου Πετρόπουλου

Στο πρώτο τεύχος του ΜΟΝΟ (31-1-2012) προϊδεάσαμε για την κατάργηση βασικών διατάξεων κανονισμών εργασίας, τη νόθευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων λόγω περιορισμού της διαιτησίας, τη γενικευμένη υποβάθμιση των όρων εργασίας.

Δύο εβδομάδες αργότερα, μετά το δεύτερο μνημόνιο (ν.4046/14-2-2012), αποδεικνύονται αισιόδοξες οι προηγούμενες προβλέψεις. Διαιτησία θα υπάρχει μόνο όταν από κοινού ζητούν τη διαδικασία αυτή εργοδότες και εργαζόμενοι. Ημερομίσθια και βασικοί μισθοί της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μειώνονται κατά 32% για όσους έχουν ηλικία μικρότερη των 25 ετών και 22% για τους υπόλοιπους.

Οι κόκκινες γραμμές για την προστασία των βασικών μισθών της ΕΓΣΣΕ έχουν ατάκτως εγκαταλειφθεί καθώς η Κυβέρνηση ανέλαβε τη δέσμευση να ρυθμίζονται από 1-8-2012 με νόμο. Για όλους τους μισθωτούς καταργείται η μισθολογική εξέλιξη μέχρι να περιοριστεί η ανεργία σε ποσοστό κάτω του 10%.

Εφεξής δεν επιτρέπεται να συμφωνούνται Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας με διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών και τερματίζονται βιαίως όσες έχουν υπολειπόμενη διάρκεια μεγαλύτερη του έτους από τη δημοσίευση του ν. 4046/14-2-2012. Η μετενέργεια των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας περιορίζεται στους 3 μήνες από τη λήξη τους ενώ στις ατομικές συμβάσεις εργασίας διατηρούνται η πολυετία, τα επιδόματα σπουδών, τέκνων και ανθυγιεινής εργασίας εφόσον βεβαίως προβλέπονται αυτά στις αντίστοιχες επιχειρησιακές κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Καταργούνται διατάξεις κανονισμών εργασίας που διασφαλίζουν την απασχόληση μέχρι τη συνταξιοδότηση.

Ο προβλεπόμενος ανά τριετία επαναπροσδιορισμός των σχετικών ρυθμίσεων σε συνδυασμό με την αναμενόμενη επιδείνωση των δεικτών της οικονομίας, προδιαγράφει τη χειροτέρευση των όρων εργασίας. Όλα αυτά χαρακτηρίζονται στο νόμο ως «μέτρα για την ενθάρρυνση της επαναδιαπραγμάτευσης των συλλογικών συμβάσεων». Άραγε, προτρέπονται τα συνδικάτα στην άνευ κανόνων ανάπτυξη της αγωνιστικής δυναμικής που επιδείκνυαν κατά την προ του 1935 περίοδο; Θα ανεχθεί η κρατούσα εξουσία την ελεύθερη ανάπτυξη των κοινωνικών συγκρούσεων καθώς πια η δυναμική της αναμέτρησης θα αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την επιβολή ρυθμίσεων που κατά τα δικά του συμφέροντα κάθε μέρος θα θεωρεί ότι ανταποκρίνονται στο ουσιαστικό δίκαιο; Διότι όταν καταστρέφονται θεσμοί που καθιερώθηκαν αφού η κοινωνία διάνυσε χρόνια σκληρότητας, βίας, αυταρχισμού, διωγμών, η ιστορία μπορεί να επαναλαμβάνεται.

Οι ανιστόρητοι συντάκτες των διαδοχικών νόμων που κατεδάφισαν το εργατικό δίκαιο νομοθετούν παραβιάζοντας έξι τουλάχιστον άρθρα του Συντάγματος, τέσσερις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας, τα άρθρα 4 και 6 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, το άρθρο 151 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, αρκετές διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων υπό τον τίτλο IV (Αλληλεγγύη) και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Διαλέγουν ποιους νόμους δεν θα τηρούν και ποιους θα μας επιβάλλουν.

Για πρώτη φορά γίνεται με τόση ευκρίνεια αντιληπτή η παραβατικότητα της εξουσίας όταν είναι να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Και γι’αυτό δεν νομιμοποιείται η αξίωση σεβασμού σε νόμους που με ιδιοτέλεια υπαγορεύτηκαν κατά παράβαση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Η διατήρηση στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των όρων ΣΣΕ που λήγουν ή καταγγέλλονται, έχει θεσμοθετηθεί με αναγκαστικό νόμο από το έτος 1935 και εξακολούθησε να προβλέπεται στο ν.3239/1955 και στο ν. 1876/1990. Πρόκειται για τη γνωστή «μετενέργεια» που θα συμπλήρωνε το Νοέμβριο 77 έτη ζωής. Η επιστημονική επιτροπή της Βουλής, διατύπωσε άποψη για αντισυνταγματικότητα πολλών από τις διατάξεις του ν. 4046/14-2-2012 και επιφυλάξεις για την κρίση που θα εκφέρει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ως προς τη νομοθετική παρέμβαση για την πρόωρη λήξη της ΕΓΣΣΕ και την εφεξής διαμόρφωση των βασικών μισθών με νόμο.

Στηρίζεται όμως στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για την διετούς διάρκειας Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου 18-10-1985, ενώ οι διατάξεις του ν. 4046 ήρθαν για να μείνουν. Ιδιαίτερη δοκιμασία για το φρόνημα των δικαστών, που θα κληθούν να αποφασίσουν, αποτελεί η κατάργηση της μετενέργειας καθώς πολλοί μισθωτοί θα λαμβάνουν μόνο βασικό μισθό ή ημερομίσθιο χωρίς κανένα ή χωρίς την πλειονότητα των επιδομάτων. Όχι μόνο επειδή θα αποδεκατιστεί το εισόδημά τους. Εγείρεται το πρωτοφανές νομικό ζήτημα της αναδρομικής αναίρεσης – κατάργησης όλων των νομικής ισχύος ρυθμίσεων που διαχρονικά περιλάμβαναν συλλογικές συμβάσεις οι οποίες διαμόρφωναν έτσι περιουσιακό δικαίωμα για κάθε εργαζόμενο που αντιστοίχως υπαγόταν σ’ αυτές. Όχι μόνο διότι δεν θα μπορούσε να γίνει καν λόγος για την κατ’ αναλογία, υποχρεωτική γενικευμένη μείωση της τιμής προϊόντων και υπηρεσιών.

Τούτο δεν θα ήταν συμβατό με το καπιταλιστικό σύστημα και την ιδεολογία που συνέχει τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά κυρίως διότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας είναι εξοπλισμένες από το Σύνταγμα με ισχύ νόμου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η ασυνέχεια και το κενό που προκαλεί με χαοτικό τρόπο η κατάργηση της μετενέργειας. Αυτός ο νομικός προβληματισμός είναι συνεπής με εκείνη τη δογματική του δικαίου που εξ επαγγέλματος βασανίζει τους δικαστές. Η ουσία βρίσκεται στην αίσθηση που έχουν οι απλοί άνθρωποι για τη ζωή και για το Δίκαιο.

Στο επίπεδο αυτό, τα πράγματα μπορεί να μην αποδειχθούν βολικά για τους κρατούντες. Ιδίως, αν αποτολμήσουν να εισάγουν στο Σύνταγμα διάταξη για την κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των δανειστών έναντι της αξιοπρέπειας και της ζωής των πολιτών.