Το έντονο παρασκήνιο και τις δραματικές εκκλήσεις της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας προς το κράτος φέρνουν στην επιφάνεια «απόλυτα εμπιστευτικές» επιστολές που έστελνε η Τράπεζα στις αρμόδιες αρχές τους τελευταίους μήνες.
Η διοίκηση της Τράπεζας ξεκίνησε τις προσπάθειες να πείσει το κράτος να είναι ανάδοχος της έκδοσης από τις αρχές του 2012, χωρίς όμως επιτυχία, καθώς υπήρχε η εντύπωση ότι η Λαϊκή θα ήταν σε
θέση να αντλήσει τα κεφάλαια από ιδιώτες επενδυτές.
Όσο όμως η κρίση στην Ελλάδα επιδεινωνόταν οι πιθανότητες εντοπισμού ιδιωτών επενδυτών μειώνονταν καθώς υπήρχε ανησυχία για το δανειστικό χαρτοφυλάκιο της Τράπεζας στην Ελλάδα.
Από τις αρχές Μαΐου η Τράπεζα απευθύνει σε επιστολές δραματικές εκκλήσεις στο κράτος να γίνει ανάδοχος της έκδοσης.
«Η απόρριψη του αιτήματος μας θα είναι επιζήμια όχι μόνο για τη Λαϊκή Τράπεζα αλλά και για την Κυπριακή Δημοκρατία», αναφέρει επιστολή του διευθύνοντος συμβούλου Χρίστου Στυλιανίδη στο Βάσο Σιαρλή.
Η επιστολή αναφέρει ότι χωρίς ξεκαθάρισμα των προθέσεων του κράτους, «το επενδυτικό ενδιαφέρον για συμμετοχή στην αύξηση του κεφαλαίου της Τράπεζας θα είναι ανύπαρκτο».
Λόγω της αβεβαιότητας, η Τράπεζα δεν απέκλειε το ύψος της στήριξης να είναι τελικά €2,5 δις περιλαμβανομένων και των €600 εκ. σε υβριδικά κεφάλαια.
Οι όροι που περιλαμβάνει το διάταγμα που εξέτασε χθες η βουλή βασίζονται σε πρόταση που κατέθεσε η ίδια η Τράπεζα προς το κράτος στις 3 Μαΐου 2012.
Η πρόταση αναφέρει ότι η έκδοση κεφαλαίου θα είναι €1,8 δις αντί €1,35 δις κυρίως λόγω της πρόσθετης ζημιάς από το PSI+.
Ενδεικτικά, μάλιστα, η πρόταση αναφέρει ότι η τιμή έκδοσης θα μπορούσε να ήταν 15 σεντ – αντί των 10 σεντ που τελικά εγκρίθηκαν.
Η πρόταση περιλαμβάνει τη δυνατότητα στους μετόχους που συμμετείχαν στην έκδοση να αγοράσουν τις μετοχές του κράτους εντός πέντε ετών, με κάποιο premium, στη βάση του Ιρλανδικού παραδείγματος. Το διάταγμα κάνει αναφορά σε αύξηση της τιμής αγοράς από το κράτος κατά 9% ετησίως.
Μέρος του σχεδίου ανακεφαλαιοποίησης είναι η έκδοση co co bonds έναντι των υβριδικών κεφαλαίων που έχει σήμερα η Λαϊκή Τράπεζα. Για να πετύχει η μετατροπή, αναφέρει η πρόταση, «οι αρχές ίσως να πρέπει να εξετάσουν αναγκαστικές ρυθμίσεις».
Σε μεταγενέστερη επιστολή, ημερομηνίας 8 Μαΐου 2012, η Λαϊκή επανέρχεται με το αίτημα μας για αναδοχή από το κράτος.
Συνεδρία του ΔΣ της Τράπεζας στις 7 Μαΐου 2012 υιοθέτησε την άποψη ότι «δεν είναι δυνατή η άντληση κεφαλαίου από υφιστάμενους και νέους μετόχους. Κρίνουμε δε ότι η προδιαγραφόμενη αποτυχία έκδοσης κεφαλαίου δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τράπεζας, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της οικονομίας αλλά και του κράτους».
«Πιστεύουμε ότι η αναδοχή της έκδοσης κεφαλαίου της Τράπεζας από το κράτος, η οποία είναι μια πρακτική που ακολούθησαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες για στήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι, υπό τις σημερινές συνθήκες, περισσότερο συμφέρουσα για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς».
«Έχουμε ενδείξεις από επενδυτές των οποίων η κύρια ανησυχία είναι οι πιθανές αρνητικές εξελίξεις στην Ελλάδα, ότι αυτή η πρόνοια [του put option] αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες συμμετοχής τους στην έκδοση κεφαλαίου», αναφέρει ο Χρίστος Στυλιανίδης στην επιστολή 8 Μαΐου, στον νέο διοικητή Πανίκο Δημητριάδη.
Για πρώτη φορά η Τράπεζα αναφέρει γραπτώς ότι συνεχίζει τις «προσπάθειες προς τις αρμόδιες αρχές για την υιοθέτηση της πρότασης που υποβάλαμε για τη μεταφορά των εργασιών της Μαρφίν Εγνατίας Τράπεζας στην Ελληνική Θυγατρική του Ομίλου Επενδυτική Τράπεζα της Ελλάδος».
«Με αυτό τον τρόπο, όλες οι ελληνικές δραστηριότητες θα βρίσκονται κάτω από την ίδια νομική οντότητα μιας ανεξάρτητης θυγατρικής, η οποία αιτούμαστε να συμμετάσχει στα σχέδια στήριξης ρευστότητας και ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, περιορίζοντας έτσι στο βαθμό που είναι δυνατό τους κινδύνους και μειώνοντας παράλληλα τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για την ιθύνουσα».
Ο κ. Στυλιανίδης ζητά τη στήριξη της κυπριακής πολιτείας για τη συγκεκριμένη πρόταση, με τις ελληνικές αρχές.
Χθες, μετά τη ψήφιση του τροποποιητικού νομοσχεδίου για αναδοχή της έκδοσης από το κράτος, η Λαϊκή εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία χαιρετίζει τις ενέργειες της πολιτείας.