
Οι αποδείξεις αγαθών και υπηρεσιών και τα τεκμήρια δαπανών διαβίωσης αποτελούν παγίδες πρόσθετων φόρων για εκατομμύρια πολίτες. To υπουργείο Οικονομικών με κατεπείγουσα εγκύκλιό του εφιστά την προσοχή των φορολογουμένων στη συμπλήρωση του Κωδικού 049 (Δαπάνη αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών) του Πίνακα 7 του εντύπου Ε1.
Ο συγκεκριμένος κωδικός συμπληρώνεται με την εμπρόθεσμη δήλωση, ακόμα και όταν το πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα του φορολογούμενου δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο ποσό της κλίμακας φόρου εισοδήματος. Οι αποδείξεις αυτές δεν συνυποβάλλονται με τη δήλωση και φυλάσσονται από το φορολογούμενο και παραδίδονται μόνο εφόσον ζητηθούν για έλεγχο.
Επίσης, ο φορολογούμενος πρέπει να λάβει υπόψη του, όσον αφορά το ύψος εισοδήματος για τον υπολογισμό των απαιτούμενων αποδείξεων καθώς και για την κάλυψη των τεκμηρίων του, ότι για τον προσδιορισμό του αντικειμενικού εισοδήματος με βάση την συνολική ετήσια δαπάνη, πέραν των δηλωθέντων από τον ίδιο στοιχείων (κατοικία, αυτοκίνητα κλπ.), κατά την εκκαθάριση της δήλωσης υπολογίζεται και ως ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη 3.000 ευρώ προκειμένου για άγαμο και 5.000 ευρώ για συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση.
Τέλος, επισημαίνεται ότι η αποζημίωση λόγω διακοπής της εργασιακής σχέσης που φορολογείται αυτοτελώς αναγράφεται μόνο στους κωδικούς 657 – 658 του πίνακα 6, έτσι ώστε για τα ποσά αυτά να μην υπολογισθεί έκτακτη εισφορά. Τα ποσά αυτά δεν αναγράφονται πλέον στους κωδικούς 659 – 660 του πίνακα 6 όπως τα παλαιότερα οικονομικά έτη.
Για τη διαμόρφωση του αφορολόγητου ποσού της κλίμακας το ποσό των αποδείξεων δαπανών που απαιτείται να προσκομιστούν, ορίζεται σε ποσοστό 25% του ατομικού εισοδήματος του φορολογουμένου του δηλούμενου και φορολογούμενου σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις και για ποσό εισοδήματος μέχρι 60.000 ευρώ.
Διευκρινίζεται ότι στο συνολικό ποσό των δαπανών που πραγματοποίησε ο φορολογούμενος στην Ελλάδα, εξαιρούνται τα ποσά των αποδείξεων που συλλέχθηκαν μέσω της «Κάρτας Αποδείξεων».
Για την αναγνώριση των αποδείξεων από τη Φορολογική Αρχή απαιτείται να διακρίνεται η επωνυμία της εκδότριας επιχείρησης, ο ΑΦΜ αυτής, η ημερομηνία έκδοσης και το τελικό ποσό. Σε περίπτωση κατά την οποία η απόδειξη δεν είναι τυπωμένη με έντονα στοιχεία και πιθανολογείται η πλήρης εξαφάνισή τους ο φορολογούμενος πρέπει να επαναλάβει τα προαναφερθέντα στοιχεία (επωνυμία της επιχείρησης, ΑΦΜ, ημερομηνία και ποσά), ούτως ώστε να καθίσταται στη συνέχεια εφικτός ο έλεγχός τους από την Φορολογούσα Αρχή.
Σε κάθε περίπτωση υποβολής της δήλωσης δεν συνυποβάλλονται οι αποδείξεις δαπανών οι οποίες φυλάσσονται από τον φορολογούμενο και παραδίδονται εφόσον ζητηθούν για έλεγχο.
Διευκρινίζεται ότι στη διαμόρφωση του αφορολόγητου ποσού της κλίμακας περιλαμβάνονται όλες οι καταναλωτικές δαπάνες, δηλαδή οι πάσης φύσεως δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών. Περιλαμβάνονται και τα ειδικά στοιχεία που εκδίδουν οι επιχειρήσεις λόγω των συγκεκριμένων υπηρεσιών που παρέχουν (π.χ. αποδείξεις των Ε.Λ.Τ.Α., εταιρειών Courier, πινακίδια χρηματιστηριακών εταιρειών για την αμοιβή των παρεχόμενων υπηρεσιών μόνο, κ.λπ.) όπως και οι πάσης φύσεως δαπάνες αγοράς υλικών και παροχής υπηρεσιών των κοινόχρηστων χώρων εκτός από τις δαπάνες εξόφλησης των λογαριασμών ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης αυτών μετά τον επιμερισμό τους στους ενοίκους ή στους ιδιοκτήτες των οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Στις περιπτώσεις αυτές θα ακολουθείται η ακόλουθη διαδικασία: