Ο Σταμάτης Φασουλής σκηνοθετεί για πρώτη φορά όπερα στη Λυρική Σκηνή. Τρυπώσαμε σε πρόβα και… ήπιαμε λίγο απ’ το ελιξίριο του έρωτα του Ντονιτσέτι
Απόγευμα μουντό. Στο Θέατρο Ολύμπια της Ακαδημίας υπάρχει κινητικότητα, όχι όμως για παράσταση. Οι ερμηνευτές, η Χορωδία και οι μουσικοί της Λυρικής Σκηνής ετοιμάζονται πυρετωδώς για την όπερα «Το ελιξίριο του έρωτα» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι.
Στα ενδότερα του μικρόκοσμου της πρόβας ακούω χάχανα, κουβέντες, κουρδίσματα μουσικών οργάνων. Αποκωδικοποιώ όμως και τη βάσανο, τον κόπο των συντελεστών σε μια όπερα όπως η παραπάνω που μοιάζει απλή και ελαφριά. Ομως κρύβει μεγάλο λυρισμό και βάθος.
Δυο λόγια για την υπόθεση: ο φτωχός χωρικός Νεμορίνο ερωτεύεται παράφορα την πλούσια Αντίνα. Ο πλανόδιος αγύρτης Ντουλκαμάρα τού πουλάει για ελιξίριο του έρωτα ένα μπουκάλι κρασί. Ο Νεμορίνο όμως επειδή δεν έχει χρήματα για να το αγοράσει, κατατάσσεται στον στρατό. Οταν η Αντίνα το μαθαίνει ομολογεί πως εκείνη τον αγαπά και η υπόθεση έχει happy end, αφού ο Νεμορίνο ταυτόχρονα κληρονομεί και μια μεγάλη περιουσία. Ψηφίδα ψηφίδα, κομμάτι κομμάτι, περνιούνται οι διορθώσεις και τα «κοψίματα» από τον σκηνοθέτη (Σταμάτη Φασουλή) και απ’ τον διευθυντή της ορχήστρας (Ισίν Μετίν). Για την ακρίβεια η τοποθέτηση των ερμηνευτών και της Χορωδίας αρχικά έγινε απ’ τον Σταμάτη Φασουλή, ενώ τώρα ο μαέστρος δένει το σύνολο όρθιος και κάθιδρος. Οι τέσσερις πρωταγωνιστές κάθονται στο τραπέζι, ενώ τα σκηνικά συγκροτούν την αυλή ενός εργοστασίου με ντάνες από βαμβάκι των αρχών του ’50.
Στο πρώτο μέρος όλα – και τα κοστούμια βέβαια – είναι ασπρόμαυρα, αποτυπώνοντας το ανεκπλήρωτο του έρωτα, στο δεύτερο μέρος και μετά την επίδραση του ελιξιρίου του έρωτα όλα γίνονται έγχρωμα. Μιλώ για ένα απλό λαϊκό έργο με happy end και με έντονο το συναισθηματικό στοιχείο.
«Διυλίζω τον έρωτα, στάζω την αγάπη σαν ροδόνερο», λέει ο Ντουλκαμάρα (Δημήτρης Κασιούμης) σε διάλογο με την Αντίνα (Ελένη Κελεσίδη). Παρακολουθώ τη Β’ Πράξη όπου ο Αντώνης Κορωναίος στον ρόλο του Νεμορίνο και ο Χάρης Ανδριανός στον ρόλο του Μπελκόρε είναι μαζί πάνω στη σκηνή.
Τώρα, o Νεμορίνο κατατάσσεται στον στρατό για να βγάλει χρήματα για το ελιξίριο, ενώ τα κορίτσια του χωριού αρχίζουν να τον φλερτάρουν όταν μαθαίνουν πως κληρονόμησε έναν πλούσιο θείο του. Οι φωτισμοί ετοιμάζονται – είναι του Λευτέρη Παυλόπουλου – ενώ η προπώληση για το πρώτο τριήμερο των παραστάσεων πάει πολύ καλά.
Ο Σταμάτης Φασουλής κάθεται δίπλα μου. «Ηταν μια πρόταση από τη διεύθυνση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Εχω κάνει πολύ μουσικό θέατρο, ήταν πιο εύκολο για μένα. Το ζητούμενο ήταν να πιάσω τον ρυθμό. Δεν ήθελα απλά δύο σολίστες και 40 άτομα πίσω τους, προσπάθησα να ακούσω τη μουσική περισσότερο απ’ τον λόγο. Η μουσική εξάλλου έχει περισσότερες εκφραστικές δυνατότητες απ’ τον λόγο στην όπερα».
Τον ρωτώ για τα σκηνικά και τη σύνθεση των ερμηνευτών. «Φέραμε την εποχή πιο κοντά μας, η παράσταση εκτυλίσσεται στη δεκαετία ’50-’60 όταν ακόμη δεν έχει “σκάσει” η αστυφιλία και υπάρχει συμπαγής αγροτικός πληθυσμός. Αρχίζει σαν ασπρόμαυρη ταινία και ο έρωτας χρωματίζει σιγά σιγά τον καμβά. Θέλω όλες τις ηλικίες παρούσες, πιστεύω στην ανταλλαγή θερμοκρασίας, βαριέμαι να κάνω πράγματα μόνον με τους συνομηλίκους μου.
Στο χωριό μου, στη Σαλαμίνα, είχαν γνώμη όλοι, αυτή η ανταλλαγή είναι σπουδαία, αλλιώς είναι άνυδρες οι παραστάσεις. Η όπερα που ανεβάζουμε είναι ένα ευχάριστο θέαμα. Κι έχει ένα τόσο ευαίσθητο δραματικό βάθος. Αν μπορούσε η παράσταση να διατηρήσει την ευφροσύνη μαζί με το βάθος, θα ήταν ιδανικά».
Κωμική όπερα εν μέσω τέτοιας κρίσης; «Εκείνο που άνθησε περισσότερο στην Κατοχή ήταν στο Ρεξ οι μουσικές κωμωδίες με τον Δημήτρη Χορν και τη Νανά Σκιαδά. Το θέατρο πρέπει να έχει διάλογο με την εποχή – όχι να ταυτίζεται.
Πάντως δεν βλέπω φως. Δεν καταλαβαίνω την πολιτική ως λειτουργία – είμαι στην άλλη μεριά του ποταμού. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη σε κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους. Αν και αυτά είναι απλά σκέψεις ενός πολίτη».