Tue, 05 May 2026

Οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν θα ξεπερνούν τα 16 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους τραπεζικά στελέχη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι συνολικές απαιτήσεις από την έρευνα της BlackRock για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που αφορούν τις 18 τράπεζες με έδρα την Ελλάδα θα ανέλθουν μεταξύ 8-10 δισ. ευρώ. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι τράπεζες θα κληθούν να εγγράψουν τις ζημίες που θα προκύψουν από την εν λόγω μελέτη, σε βάθος τριετίας, γεγονός που χαρακτηρίζουν διαχειρίσιμο.

Όσον αφορά τις ζημίες από το PSI+, τα ίδια τραπεζικά υποστηρίζουν ότι εφόσον υλοποιηθεί κατά τον εθελοντικό τρόπο που έχει εξαγγελθεί, οι κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών δεν θα ξεπεράσουν τα 7,5 – 8 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες ήδη έχουν καταρτίσει σχέδια που αφορούν τη διαχείριση σταθμισμένων στοιχείων του ενεργητικού τους. Σε πρώτη φάση πωλούν τα «ασημικά» τους -παρά το γεγονός ότι επιθυμούσαν να το αποφύγουν στις σημερινές χαμηλές αποτιμήσεις-, προκειμένου να απομακρύνουν την περίπτωση της ένταξής τους στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Έτσι με βάση τα παραπάνω στοιχεία, κρίνεται, ότι οι μεγάλες τράπεζες θα καταφέρουν να παραμείνουν στον ιδιωτικό τομέα. Σε καλύτερη θέση βρίσκονται η Εθνική και ακολουθούν Alpha Bank και Eurobank.

Σύμφωνα με πηγές, τα στοιχεία της Εμπορικής Τράπεζας από τη BlackRock, είναι ιδιαιτέρως δυσμενή και η διοίκηση της μητρικής της, η Credit Agricole, φέρεται ιδιαιτέρως προβληματισμένη και εξετάζει σε βάθος όλους του φακέλους, ανακαλύπτοντας «σκοτεινές» δανειοδοτήσεις με ελάχιστες προσδοκίες αποπληρωμής.

Οι εξελίξεις στο PSI
Παρά την πρόοδο στις συζητήσεις PSI+ που συνομολογούν η ελληνική κυβέρνηση και οι ιδιώτες πιστωτές της, ότι σημειώνονται, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα οδηγήσουν σε εθελοντική συμφωνία με υψηλό επίπεδο συμμετοχής των ιδιωτών ομολογιούχων, δήλωσε χθες στο Reuters ανώτατος αξιωματούχος της τρόικας.

«Oι εν εξελίξει διαδικασίες είναι εποικοδομητικές και χρήσιμες, αλλά σε αυτό το σημείο είναι πολύ νωρίς να πούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα», δήλωσε ο αξιωματούχος, που διατήρησε την ανωνυμία του.

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο άτακτης χρεοκοπίας της Ελλάδας, ο ίδιος αρκέστηκε να πει ότι «στόχος μας παραμένει το πρόγραμμα να έχει εθελοντικό χαρακτήρα. Αν με ρωτήσετε αν υπάρχει εγγύηση ότι η ανταλλαγή θα είναι εθελοντική, θα σας πω: Φυσικά, τίποτα δεν είναι εγγυημένο».

Σύμβαση
Στο πλαίσιο της νέας δανειακής σύμβασης, η Ελλάδα προσδοκά να λάβει 90 δισ. ευρώ στις αρχές του επόμενου έτους, εκ των οποίων 30 δισ. για την επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και άλλα 30 δισ. ως κίνητρο προς τους ομολογιούχους για τη συμμετοχή τους στο PSI, καθώς και κεφάλαια για την αποπληρωμή χρέους που λήγει. Η ίδια πηγή, τόνισε στο Reuters, ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις και να μην θεωρεί δεδομένη τη νέα βοήθεια και πρόσθεσε ότι θα πρέπει η τρόικα να πειστεί ότι τα δανειακά κεφάλαια «πιάσουν τόπο». Ο υπουργός Οικονομικών, Ευάγγελος Βενιζέλος δήλωσε από το βήμα της Βουλής ότι οι ενδείξεις από τις διαβουλεύσεις και την πορεία της συζήτησης για το PSI είναι θετικές. Ωστόσο, το ύψος της συμμετοχής των ιδιωτών είναι εκείνο που θα κρίνει την επιτυχία του προγράμματος ανταλλαγής ελληνικών ομολόγων με απομείωση 50% της ονομαστικής τους αξίας (PSI+). Από την άλλη πλευρά, καίριο ζήτημα αποτελεί το χρονοδιάγραμμα της υλοποίησης του σχεδίου για τη βιωσιμότητα του χρέους, καθώς όσο καθυστερεί το PSI+ τόσο καθυστερεί και η νέα συμφωνία της Ελλάδας για τη χορήγηση του πακέτου διάσωσης της χώρας, ύψους 130 δισ. ευρώ.

Ο επικεφαλής του συνδέσμου των διεθνών τραπεζών, του IIF, Τσαρλς Νταλάρα, είπε το βράδυ της Τρίτης, ότι «υπήρξε κάποια πρόοδος, αλλά τα βασικά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά και άλυτα». Ο ίδιος πρόσθεσε μάλιστα με νόημα ότι «πραγματικά θα πρέπει να προχωρήσουμε σε αυτά τα βασικά ζητήματα, πριν γίνει σαφές εάν έχουμε μια εθελοντική συμφωνία μέσα στις δυνατότητές μας?». Ο κ. Νταλάρα είπε ότι υπήρχαν εκκρεμή ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσο οι δανειστές της Ελλάδας είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο το χρέος των ιδιωτών με εκείνο του επίσημου τομέα. Οι διεθνείς τράπεζες ζητούν τα νέα ομόλογα που θα εκδοθούν να είναι πρώτης διαβάθμισης. Να εξασφαλίσουν δηλαδή, δύο πράγματα: 1) Να απομακρύνουν την πιθανότητα για νέο haircut του ελληνικού χρέους και 2) να διέπονται από το αγγλικό δίκαιο, προκειμένου να εμποδίσει την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σε μονομερή απόφαση για νέο «κούρεμα». Υπενθυμίζεται ότι το αγγλικό δίκαιο προβλέπει και κατασχέσεις ακινήτων δημόσιας περιουσίας σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής των ομολόγων. Επιπλέον, οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται για το επιτόκιο των νέων ομολόγων.

Η χρονική στιγμή που θα γίνει η συμφωνία έχει αποτελέσει μέρος της διαπραγματευτικής στρατηγικής και των δύο πλευρών, σημείωσαν οι Financial Times.

Καθυστέρηση
Αναφέρουν μάλιστα, ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αξιωματούχοι «παίζουν» το «χαρτί» της καθυστέρησης, πιστεύοντας ότι εάν οι συνομιλίες μετατεθούν για αργότερα, κοντά στο Μάρτιο, όπου υπάρχουν σημαντικού ύψους λήξεις ελληνικών ομολόγων, τότε οι εκφοβισμοί περί ακούσιας υποχρεωτικής απομείωσης του ελληνικού χρέους, θα φαντάζουν περισσότερο ρεαλιστικοί.

Γι’ αυτό, μερίδα ιδιωτών κατόχων ελληνικών ομολόγων, πιέζουν να επιτευχθεί το περίγραμμα μιας συμφωνίας πριν από τα Χριστούγεννα, καθώς με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκουν να ασκήσουν τη δική τους πίεση στις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης. Οι ιδιώτες, κάτοχοι των ελληνικών ομολόγων, έχουν προσλάβει δύο διεθνή νομικά γραφεία ως συμβούλους στη διαπραγμάτευση με το ελληνικό δημόσιο.

Παράλληλα, αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών δήλωσε πριν από δύο μέρες ότι «στόχος μας είναι να έχουμε μία οριστική συμφωνία με τους ιδιώτες δανειστές έως το τέλος του έτους ή τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου».

Ραγδαίες εξελίξεις και στην Κύπρο
Ενισχύουν τα κεφάλαια Κύπρου και Marfin

Ταχύτατες είναι οι εξελίξεις και στον τραπεζικό κλάδο της Κύπρου. Οι δύο τράπεζες Κύπρου και Marfin Popular Bank έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να ενισχύσουν τα κεφάλαιά τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του δυσμενούς οικονομικού περιβάλλοντος και συγκεκριμένα την απομείωση των ελληνικών ομολόγων που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους. Όσον αφορά τη Marfin Popular Bank, έχει προχωρήσει και σε αλλαγές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, ενώ παράλληλα ο κ. Α. Βγενόπουλος, πρόεδρος της MIG (η οποία κατέχει περί το 10% της τράπεζας), επισημαίνει ότι θα έπρεπε να διενεργηθεί εξονυχιστικός έλεγχος από την BlackRock και στις κυπριακές τράπεζες, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών στον κυπριακό τραπεζικό κλάδο.

Από την άλλη πλευρά, στην Κύπρο οι θεσμικοί παράγοντες εκφράζουν προβληματισμό για τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος της χώρας. Μάλιστα εξετάζεται το ενδεχόμενο διαχωρισμού της λειτουργίας των μονάδων εργασίας της Ελλάδας και της Κύπρου, προκειμένου να είναι πιο ευέλικτες στην αγορά που δραστηριοποιούνται και επομένως, η μία να μην επηρεάζει την άλλη. Στο ίδιο πλαίσιο, εξετάζονται και οι μεταβολές των μετοχικών συνθέσεων των μονάδων αλλά και των ονομάτων τους. Όσον αφορά την Τράπεζα Κύπρου, προχώρησε σε υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας για την πώληση της θυγατρικής της τράπεζας στην Αυστραλία, την Bank of Cyprus Australia Ltd «BOCA». Το τίμημα της πώλησης εκτιμάται σε περίπου 100 εκατ. ευρώ. Η πώληση εκτιμάται να έχει θετική επίδραση κατά περίπου 250 εκατ. ευρώ στα ρευστά διαθέσιμα του Συγκροτήματος. Επίσης, η πώληση θα έχει θετική επίδραση στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας του Συγκροτήματος. Συγκεκριμένα, εκτιμάται θετική συνεισφορά της τάξης των 77 εκατ. ευρώ στο προσωρινό κεφαλαιακό απόθεμα (capital buffer) της Τράπεζας Κύπρου, όπως υπολογίστηκε στην Κεφαλαιακή Άσκηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών («EBA») και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το κέρδος του Συγκροτήματος από την πώληση υπολογίζεται σε περίπου 8 εκατ. ευρώ. Η πώληση αναμένεται να ολοκληρωθεί περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2012.

Σημειώνεται ότι ο διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Standard & Poor’s έθεσε το outlook της βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης της Κύπρου υπό αρνητική παρακολούθηση εξαιτίας της εμβάθυνσης των πολιτικών και χρηματοοικονομικών προβλημάτων της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.