Προβληματισμό για το μέλλον των κυπριακών τραπεζών προκαλεί η ανακοίνωση των μεγάλων ζημιών από το ελληνικό «κούρεμα» και από την έκθεση στην Ελλάδα.
Το μέγεθος των ζημιών των μεγάλων τραπεζών, που ενδέχεται να ξεπεράσουν τα €4 δισ., προκαλεί ποικίλες συζητήσεις για την επόμενη μέρα, χωρίς προς το παρόν να υπάρχουν στον ορίζονται ξεκάθαρες λύσεις.
Η λύση της παρέμβασης του κυπριακού κράτους επανέρχεται στο προσκήνιο, με μερίδα των οικονομολόγων να προτάσσει λόγους δημοσίου συμφέροντος.
«Πιστεύω ότι εδώ που βρισκόμαστε σήμερα το κυπριακό κράτος δεν πρέπει να διστάσει να στηρίξει τις τράπεζες γιατί είναι σήμερα ο μόνος θεσμικός επενδυτής που έχει γνώμονα την προστασία του δημόσιου συμφέροντος», αναφέρει ο καθηγητής χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Leicester, Πανίκος Δημητριάδης.
Σύμφωνα με τους οίκους αξιολόγησης, πιθανή στήριξη μίας ή των δύο μεγάλων τραπεζών συνεπάγεται αύξηση του δημοσίου χρέους κατά 5 με 10 ποσοστιαίες μονάδες, ή και περισσότερο.
«Η κρατική στήριξη μπορεί μεν να αυξήσει προσωρινά το δημόσιο χρέος αλλά η επένδυση που θα γίνει, αν γίνει προσεκτικά και με τον πλέον αποδοτικό τρόπο, θα οδηγήσει μεσοπρόθεσμα σε πρόσθετα έσοδα για το κράτος», τονίζει ο κ. Δημητριάδης.
Σχολιάζοντας την παραφιλολογία που έχει αναπτυχθεί περί μνημονίου, ο κ. Δημητριάδης σημειώνει πως «τέτοια στήριξη δεν συνεπάγεται μνημόνιο για την οικονομία, αφού η Κομισιόν έχει ήδη δώσει το πράσινο φως ότι τα δημοσιονομικά του κράτους είναι ήδη υπό έλεγχο. Το Ταμείο Στήριξης θα επιβάλει έξωθεν βελτιώσεις στην εταιρική διακυβέρνηση των τραπεζών και στις εποπτικές αρχές, οι οποίες θα είναι μάλλον προς όφελος του κυπριακού λαού και θα επιτρέψει στις τράπεζες να επικεντρωθούν στη στήριξη της εγχώριας ανάπτυξης το συντομότερο».
«Επίσης η επιστροφή της εμπιστοσύνης των καταθετών θα επιτρέψει στις τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια, που θα αποβεί προς όφελος όλης της οικονομίας», συμπληρώνει.
Ο κ. Δημητριάδης εκτιμά ότι θα είναι δύσκολο να βρεθούν ξένοι επενδυτές για τις κυπριακές τράπεζες με ευνοϊκούς, για την Κύπρο, όρους. Η αβεβαιότητα που υπάρχει για την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των τραπεζών
στην Ελλάδα καθιστά δύσκολο το εγχείρημα, προσθέτει.
«Με αυτές τις συνθήκες αμφιβάλλω αν βρεθούν σήμερα σοβαροί ξένοι επενδυτές οι οποίοι θα ήθελαν να επενδύσουν μεγάλα ποσά στις κυπριακές τράπεζες, εκτός και αν δοθούν τέτοιες ρυθμιστικές χαλαρώσεις για να κάνουν ελκυστική τέτοια επένδυση οι οποίες ενδεχομένως να αποβούν ζημιογόνες για την εγχώρια οικονομία», καταλήγει με νόημα.
Τα νέα δεδομένα που δημιουργούνται στον τραπεζικό τομέα επαναφέρουν το ζήτημα του μεγέθους των κυπριακών τραπεζών, και της παρουσίας τους στο εξωτερικό.
Ο καθηγητής χρηματοοικονομικών και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, Σταύρος Ζένιος, τονίζει ότι επείγει να συζητήσουμε για το μέλλον του τραπεζικού κλάδου.
«Επείγει να προβληματιστούμε στρατηγικά για το πόσο μεγάλο τραπεζικό τομέα χρειαζόμαστε ως χώρα», αναφέρει.
«Το Λουξεμβούργο έχει 1000% του ΑΕΠ τραπεζικό τομέα, αλλά με ξένες τράπεζες. Εμείς έχουμε το δεύτερο ψηλότερο ποσοστό με 600% του ΑΕΠ και είναι αποκλειστικά κυπριακές τράπεζες», προσθέτει.
«Αυτό είναι υπερβολικό, δεν το χρειαζόμαστε ως χώρα και όπως αποδείχτηκε αποτελεί και πρόβλημα διαχείρισης. Οι υπερμεγέθεις τράπεζες επιβαρύνουν την αξιοπιστία του κράτους, δεν μπορεί να εγγυηθούμε τη σταθερότητα ενός συστήματος που είναι έξι φορές το μέγεθος της εθνικής οικονομίας».
Σε ότι αφορά τις λύσεις που πρέπει να συζητηθούν, ο κ. Ζένιος διαχωρίζει μεταξύ του κοινωνικού και του επιχειρηματικού ρόλου των τραπεζών.
«Ο κοινωνικός ρόλος των τραπεζών χρειάζεται στήριξη από το κράτος. Ο καθαρά επιχειρηματικός, και πολλές φορές κερδοσκοπικός, ρόλος αφορά αποκλειστικά τους μετόχους και εδώ είναι προτιμότερα τα ξένα κεφάλαια», σημειώνει.
«Επομένως, πρώτα αποφασίζουμε πόσο ντόπιο τραπεζικό τομέα χρειαζόμαστε, και το στηρίζουμε άμεσα και αποφασιστικά. Το υπόλοιπο να αναζητήσει ξένους επενδυτές, αγοραστές, να γίνει απομόχλευση», προσθέτει.
«Επείγει να γίνει αυτή η συζήτηση από το Υπουργείο Οικονομικών και την Κεντρική Τράπεζα με τη συμμετοχή του βιομηχανικού και επιχειρηματικού κόσμου. Τον Ιούνιο θα μας έρθει τσουνάμι όταν μια τουλάχιστον από τις τράπεζες δεν θα καταφέρει, κατά την εκτίμηση μου, να εξασφαλίσει τα αναγκαία κεφάλαια», τονίζει.
Η αβεβαιότητα που υπάρχει στο οικονομικό περιβάλλον καθιστά δύσκολη τη λήψη οριστικών αποφάσεων.
Ο καθηγητής χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου Κύπρου Αλέξανδρος Μιχαηλίδης σημειώνει πως υπάρχει περιθώριο αναμονής, προτού αποφασίσουμε ότι πρέπει να στηριχθεί ο τραπεζικός τομέας από το κράτος.
«Υπάρχει αξία μερικές φορές στο να περιμένεις να δεις πως θα εξελιχθούν τα γεγονότα όταν η απόφαση που θα πάρεις δεν θα είναι δύσκολο να αναστραφεί και όταν η αβεβαιότητα στις εξελίξεις είναι μεγάλη», αναφέρει.
«Σε αυτή την περίπτωση ισχύουν και οι δύο πιο πάνω «κανόνες»», προσθέτει.
«Αν μπει στις τράπεζες το κράτος, δεν θα είναι εύκολο εγχείρημα και θα είναι δύσκολο να πάμε πίσω στο προηγούμενο περιβάλλον», αναφέρει.
Παράλληλα, «η αβεβαιότητα σημαίνει ότι μπορεί και τα πράγματα στην Ελλάδα να αρχίσουν να βελτιώνονται, και ίσως καθώς χειροτερεύει η οικονομία στην Κύπρο λόγω μειωμένης ρευστότητας και δημοσιονομικής εξυγίανσης, η κυβέρνηση να υλοποιήσει τις αναπτυξιακές αποφάσεις που σκέφτεται να πάρει, όπως το καζίνο».
Ο κ. Μιχαηλίδης εκτιμά ότι η αδειοδότηση καζίνο σε ιδιώτες σε συνδυασμό με τη ορθολογική διαχείριση του φυσικού αερίου, θα επιτρέψουν στις τράπεζες να βρουν ιδιωτικά κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση.
«Η αδειοδότηση καζίνο σε ιδιώτες είναι λιγότερο περίπλοκο εγχείρημα από την κρατικοποίηση τραπεζών και θεωρώ ότι με την καλύτερη διαχείριση του φυσικού αερίου (με διαφανείς αποφάσεις που μπορούν να πείσουν τους ξένους επενδυτές ότι έρχονται καλύτερες οικονομικά μέρες) θα μπορούν (αν χρειαστούν) οι τράπεζες να βρουν ξένους ιδιώτες επενδυτές».
«Φυσικά, αν οι τράπεζες δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν και ζητήσουν τη βοήθεια του κράτους, τότε η κυβέρνηση δεν θα έχει άλλη επιλογή», καταλήγει.
http://www.stockwatch.com.cy